Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπίσημον

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἐπίσημον Medium diacritics: ἐπίσημον Low diacritics: επίσημον Capitals: ΕΠΙΣΗΜΟΝ
Transliteration A: epísēmon Transliteration B: episēmon Transliteration C: episimon Beta Code: e)pi/shmon

English (LSJ)

τό,

   A distinguishing mark, device, badge, Hdt.1.195; badge or bearing on a shield, v.l. in Id.9.74; ensign or flag (or figurehead) of a ship, Id.8.88, cf. Hp.Ep.17; device on a coin, Plu.Thes.6; on a signet, SIG2588.3 (Delos, ii B.C.); serial number, PPetr.3p.203 (iii B.C.); ἐπίσημα, τά, hieroglyphics, OGI56.64 (Canopus, iii B.C.).    II. generally, mark, imprint, τῶν ὁπλῶν S.Ichn.102.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπίσημον: τό, πᾶν διακριτικὸν σημεῖον, οἷον τὸ οἰκόσημον, Ἡρόδ. 1. 195· σχέδιον ἢ σημεῖον ἐπὶ τῆς ἀσπίδος (πρβλ. ἐπίσημα), ὁ αὐτ. 9. 74· ἡ σημαία ἢ τὰ σήματα τοῦ πλοίου, ὁ αὐτ. 8, 88· ἡ ἐπὶ νομίσματος παράστασις, Πλουτ. Θησ. 6.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
v. ἐπίσημος.

Greek Monotonic

ἐπίσημον: τό, = ἐπίσημα, οποιοδήποτε διακριτικό σημάδι, έμβλημα ή οικόσημο, σχέδιο πάνω σε ασπίδα, σημαία, σήμα πλοίου, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ἐπίσημον: τό
1) знак, изображение (σκῆπτρον ἄνευ ἐπισήμου Her.; ἐ. τοῦ νομίσματος Plut.);
2) отличительный (опознавательный) знак, эмблема (τῆς νεῶς Her.; ἐπίσημα καὶ σύμβολα Plut.).

Middle Liddell

ἐπίσημον, ου, τό, = ἐπίσημα,]
any distinguishing mark, a device or badge, the bearing on a shield, the ensign of a ship, Hdt. [from ἐπίσημος