Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἥττων

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἥττων Medium diacritics: ἥττων Low diacritics: ήττων Capitals: ΗΤΤΩΝ
Transliteration A: hḗttōn Transliteration B: hēttōn Transliteration C: itton Beta Code: h(/ttwn

English (LSJ)

   A v. ἥσσων.

German (Pape)

[Seite 1179] att. = ἥσσων, w. m. s.

French (Bailly abrégé)

att. c. ἥσσων.

Greek Monolingual

-ον (AM ἥττων, αρχαιότ. αττ. τ. ἥσσων, -ον, ιων. τ. ἕσσων, -ον)
(συγκρ. του κακός και μικρός)
1. μικρότερος, λιγότερος
2. υποδεέστερος, υπολειπόμενος, κατώτερος, παρακατιανός («ούδενὸς ἥττων γνῶναι» — κανενός κατώτερος στο να κρίνει, Θουκ.)
3. (το ουδ. ως επίρρ.) ἥττον και ἥσσον
λιγότερο, σε κατώτερη μοίρα
4. φρ. α) «οὐχ ἧττον» ή «οὐχ ἧττον ὅμως» — παρά ταύτα, όχι λιγότερο όμως, εν τούτοις όμως, επίσης, εξίσου
β) «κατὰ τὸ μᾱλλον καὶ ἧττον» — λίγο πολύ, οπωσδήποτε, περίπου, κάπως
αρχ.
1. μτφ. αυτός που ενδίδει, που υποχωρεί σε κάτι, που γίνεται δούλος, που αδυνατεί να αντισταθεί («ἥττων τοῡ τῆσδ' ἔρωτος», «ἥττων τῶν αἰσχρῶν», «ὀργῆς», «χρημάτων» κ.λπ.)
2. αυτός που εξαντλείται, που καταβάλλεται από κάτι
3. (για πράγματα) αυτός που έχει λιγότερη, μικρότερη αξία («τὸν ἥττω λόγον κρείττω ποιῶν» — κάνοντας το αδύναμο επιχείρημα ισχυρό και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εμφανίζοντας το άδικο ως δίκαιο, Πλάτ.)
4. ο ηττημένος στον πόλεμο («ἥσσους γενέσθαι», Θουκ.)
5. στον πληθ. οἱ ἥσσονες
οι ασθενέστεροι, το πιο αδύνατο μέρος
6. φρ. «τὰ τῶν ἡττόνων» — η περιουσία τών ηττηθέντων (Ξεν.)
7. φρ. «οἱ ἥττους λόγοι» — τα λιγότερο ισχυρά επιχειρήματα
8. φρ. «το μᾱλλον και ἧττον «
σχήμα συλλογισμού, που σήμερα ονομάζεται κατά ισχυρότερο λόγο (a fortiore) (Αριστοτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ήκα].

Frisk Etymological English

Other forms: Ion. ἥσσων
See also: s. ἦκα.

Frisk Etymology German

ἥττων: {hḗttōn}
Forms: ion. usw. ἥσσων, ἡττάομαι, ἧττα usw.
See also: s. ἦκα.
Page 1,646

Chinese

原文音譯:¼tton 赫團
詞類次數:形,名(2)
原文字根:減少(地)
字義溯源:更壞,較小,低劣,受損,少得;源自(ἦθος)X*=輕微地),用在(κακός)=卑劣的*)
出現次數:總共(2);林前(1);林後(1)
譯字彙編
1) 少得(1) 林後12:15;
2) 受損(1) 林前11:17