Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀλιγωρέω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὀλῐγωρέω Medium diacritics: ὀλιγωρέω Low diacritics: ολιγωρέω Capitals: ΟΛΙΓΩΡΕΩ
Transliteration A: oligōréō Transliteration B: oligōreō Transliteration C: oligoreo Beta Code: o)ligwre/w

English (LSJ)

aor. I written
A ὠλιώρησα IG12(8).53.5 (Imbros, ii B.C.): think little of, esteem little or esteem lightly, make small account of, c. gen., X.Mem.2.4.3, Pl.Ap.28d,Phd.68c, etc.
2 abs., take no heed, Th.5.9,6.91, Isoc. 9.41, etc.; εἴς τι Arist.Rh.1379b28 :—Pass., Pl.La.180b; τοῖς οὕτως ὠλιγωρημένοις D.17.21.
3 later c. acc., neglect, τὴν ἄμπελον PAvrom.1.25 (i B.C.) : c. inf., make light of, not be concerned, be negligent, intermit, neglect to do something, Gal.6.243.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 322] wenig achten, geringschätzen, vernachlässigen; absol. Thuc. 5, 9; gew. τινός, τοῦ κοινοῦ, Plat. Gorg. 502 e, τοῦ θανάτου καὶ τοῦ κινδύνου, Apol. 28 c; καὶ ἀμελεῖν, Euthyphr. 4 d; pass., Lach. 180 b; τῶν φίλων, Xen. Mem. 2, 4, 3; τῆς ἀρετῆς, Isocr. 1, 9; Sp., οὐκ ὀλιγωρητέον, ἀλλὰ πολλὴν ἐπιμέλειαν αὐτῆς ποιητέον, Ath. XII, 545 d.

Greek (Liddell-Scott)

ὀλῐγωρέω: ὀλίγον ἐκτιμῶ, μὲ ἐλαφρότητα θεωρῶ, ὀλίγον φροντίζω περί τινος, μετὰ γεν., Ξεν. Ἀπομν. 2. 4, 3, Πλάτ. Ἀπολ. 28C, Φαίδων 68C, κτλ. 2) ἀπολ. δὲν προσέχω, Θουκ. 5. 9, G. 91, κτλ.· ὀλ. εἴς τι Ἀριστ. Ρητ. 2. 2, 3. -Παθ., ὀλιγωρεῖσθαι Πλάτ. Λάχ. 180Β· τοῖς οὕτως ὠλιγωρημένοις Δημ. 217. 23.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
s’inquiéter peu, se préoccuper peu τινος, de qqn ou de qch ; εἴς τι être négligent pour qch ; Pass. être négligé.
Étymologie: ὀλίγωρος.

English (Strong)

from a compound of ὀλίγος and ora ("care"); to have little regard for, i.e. to disesteem: despise.

English (Thayer)

(ὀλίγως) (ὀλίγος), adverb, a little, scarcely (R. V. just (escaping)): G L T Tr WH (for ὄντος). (Anthol. 12,205, 1; (Aq.).)

Greek Monotonic

ὀλῑγωρέω: μέλ. -ήσω, δείχνω μικρή εκτίμηση, κρίνω με ελαφρότητα, δίνω μικρή σημασία σε κάτι, με γεν., σε Ξεν., Πλάτ.· απόλ., δεν δίνω προσοχή, σε Θουκ. — Παθ., παρακ. ὠλιγώρημαι, δεν απολαμβάνω μεγάλης εκτίμησης, υποτιμούμαι, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

ὀλῐγωρέω: обращать мало внимания, пренебрегать (τοῦ θανάτου καὶ τοῦ κινδύνου Plat.; τοῦ καλῶς ἔχοντος Plut.): ὀ. τοῦ κοινοῦ Plat. пренебрегать общественными интересами.

Middle Liddell

ὀλῐγωρέω, fut. -ήσω
to esteem little or lightly, make small account of, c. gen., Xen., Plat.:—absol. to take no heed, Thuc.:—Pass., perf. ὠλιγώρημαι, to be lightly esteemed, Dem.

Chinese

原文音譯:Ñligwršw 哦利格-哦雷哦
詞類次數:動詞(1)
原文字根:少許-看見
字義溯源:小看,輕看,少考慮;由(ὀλίγος)*=細微的,少許)與(ὥρα)X*=照顧)組成
出現次數:總共(1);來(1)
譯字彙編
1) 你⋯輕看(1) 來12:5