κατάγελως: Difference between revisions

From LSJ

Ἐπ' ἀνδρὶ δυστυχοῦντι μὴ πλάσῃς κακόν → Miseri miseriae ne quid affingas mali → Vermehre nicht dem Unglücksraben noch sein Leid

Menander, Monostichoi, 145
m (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+ [\w]+ [\w]+)<\/b>" to "$1")
m (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+)-([\w]+)<\/b>" to "$1-$2")
Line 8: Line 8:
|Transliteration C=katagelos
|Transliteration C=katagelos
|Beta Code=kata/gelws
|Beta Code=kata/gelws
|Definition=ωτος, ὁ, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> [[derision]], <b class="b3">τί δῆτ' ἐμαυτῆς καταγέλωτ' ἔχω τάδε</b>; these ornaments [[which bring ridicule]] upon me? <span class="bibl">A.<span class="title">Ag.</span>1264</span>, cf. <span class="bibl">Ar. <span class="title">Ach.</span>76</span>; -γέλωτος ἄξιος <span class="bibl">X.<span class="title">Oec.</span>13.5</span>; <b class="b3">κ. πλατύς</b> sheer [[mockery]], <span class="bibl">Ar. <span class="title">Ach.</span>1126</span>; κατάγελων… φίλοις παρασχεθεῖν <span class="bibl">Id.<span class="title">Eq.</span>319</span>; διπλοῦν προσλήψῃ -γέλωτα <span class="bibl">Epict.<span class="title">Ench.</span>22</span>; <b class="b3">κ. τῆς πράξεως</b> [[the crowning absurdity]] of the matter, <span class="bibl">Pl.<span class="title">Cri.</span>45e</span>; κατάγελων ἡγούμην πάντα <span class="bibl">Philostr.<span class="title">VA</span> 7.23</span>. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">2</span> of persons, <b class="b2">laughing-stock</b>, οὗτος κ. νομίζεται <span class="bibl">Men. 160.4</span>.</span>
|Definition=ωτος, ὁ, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> [[derision]], <b class="b3">τί δῆτ' ἐμαυτῆς καταγέλωτ' ἔχω τάδε</b>; these ornaments [[which bring ridicule]] upon me? <span class="bibl">A.<span class="title">Ag.</span>1264</span>, cf. <span class="bibl">Ar. <span class="title">Ach.</span>76</span>; -γέλωτος ἄξιος <span class="bibl">X.<span class="title">Oec.</span>13.5</span>; <b class="b3">κ. πλατύς</b> sheer [[mockery]], <span class="bibl">Ar. <span class="title">Ach.</span>1126</span>; κατάγελων… φίλοις παρασχεθεῖν <span class="bibl">Id.<span class="title">Eq.</span>319</span>; διπλοῦν προσλήψῃ -γέλωτα <span class="bibl">Epict.<span class="title">Ench.</span>22</span>; <b class="b3">κ. τῆς πράξεως</b> [[the crowning absurdity]] of the matter, <span class="bibl">Pl.<span class="title">Cri.</span>45e</span>; κατάγελων ἡγούμην πάντα <span class="bibl">Philostr.<span class="title">VA</span> 7.23</span>. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">2</span> of persons, [[laughing-stock]], οὗτος κ. νομίζεται <span class="bibl">Men. 160.4</span>.</span>
}}
}}
{{pape
{{pape

Revision as of 15:53, 1 July 2020

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κατάγελως Medium diacritics: κατάγελως Low diacritics: κατάγελως Capitals: ΚΑΤΑΓΕΛΩΣ
Transliteration A: katágelōs Transliteration B: katagelōs Transliteration C: katagelos Beta Code: kata/gelws

English (LSJ)

ωτος, ὁ,

   A derision, τί δῆτ' ἐμαυτῆς καταγέλωτ' ἔχω τάδε; these ornaments which bring ridicule upon me? A.Ag.1264, cf. Ar. Ach.76; -γέλωτος ἄξιος X.Oec.13.5; κ. πλατύς sheer mockery, Ar. Ach.1126; κατάγελων… φίλοις παρασχεθεῖν Id.Eq.319; διπλοῦν προσλήψῃ -γέλωτα Epict.Ench.22; κ. τῆς πράξεως the crowning absurdity of the matter, Pl.Cri.45e; κατάγελων ἡγούμην πάντα Philostr.VA 7.23.    2 of persons, laughing-stock, οὗτος κ. νομίζεται Men. 160.4.

German (Pape)

[Seite 1341] ωτος, ὁ, das Verlachen, Verspotten; τί δῆτ' ἐμαυτῆς καταγέλωτ' ἔχω τάδε; Aesch. Ag. 1237, was hab' ich dies mir länger zum Gespötte? Ar. Ach. 75 u. öfter; ὥςπερ κατάγελως τῆς πράξεως, das Lächerliche, Plat. Crit. 45 e; προσλαμβάνω καταγέλωτα Epictet. enchir. 22.

Greek (Liddell-Scott)

κατάγελως: -ωτος, ὁ, περίγελως, περίπαιγμα, ἐμπαιγμός, Λατ. Iudibrium, τί δῆτ’ ἐμαυτοῦ καταγέλωτ’ ἔχω τάδε; τὰ κοσμήματα ταῦτα ἅπερ ἐπισύρουσι κατ’ ἐμοῦ τὸν ἐμπαιγμὸν τῶν ἀνθρώπων; Αἰσχύλ. Ἀγ. 1264, πρβλ. Ἀριστοφ. Ἀχ. 76, Ξεν. Οἰκ. 13, 5, κτλ.· κ. πλατύς, μέγας, ἄκρατος περίγελως, Ἀριστοφ. Ἀχ. 1126· κατάγελων… φίλοις παρασχεθεῖν ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 320· ὁ κ. τῆς πράξεως, τὸ κορύφωμα τῆς ἀτοπίας τοῦ πράγματος, Πλάτ. Κρίτων 45Ε· κατάγελων ἡγούμην πάντα Φιλόστρ. 303, Ἐπικτ. Ἐγχειρ. 22. 2) ἐπὶ προσώπων, ἀντικείμενον γέλωτος, ουτος κ. νομίζεται Μένανδρ. ἐν «Ἐπαγγ.» 1.

French (Bailly abrégé)

ωτος (ὁ) :
dérision, moquerie : ὥσπερ κατάγελως τῆς πράξεως PLAT le plus plaisant de l’affaire.
Étymologie: κατά, γέλως.

Greek Monolingual

κατάγελως, -έλωτος, ὁ (Α, Μ κατάγελος, -ον)
το αντικείμενο γέλιου («οὗτος κατάγελως νομίζεται», Μέν.)
αρχ.
εμπαιγμός, χλευασμόςὥστε οὐ καταγέλωτός μοι δοκεῑ ἄξιος εἶναι», Ξεν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + -γελως (< γέλως), πρβλ. διά-γελως, περί-γελως].

Greek Monotonic

κατάγελως: -ωτος, ὁ, κοροϊδία, περίπαιγμα, εμπαιγμός, Λατ. ludibrium, ἐμαυτοῦ καταγέλωτα τάδε, αυτά τα κοσμήματα, επισύρουν τον εμπαιγμό εναντίον μου, σε Αισχύλ.· κ. πλατύς, καθαρή, γνήσια, αληθινή κοροϊδία, σε Αριστοφ.· ὁ κ. τῆς πράξεως, το αποκορύφωμα του παράλογου ενός πράγματος, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

κατάγελως: ωτος ὁ
1) осмеяние, тж. насмешка, острота (πλατύς Arph.): ἆρ᾽ αἰσθάνει τὸν κατάγελων; Arph. чувствуешь ли ты насмешку (т. е. что над тобой смеются)?;
2) посмешище, смешное, нелепость (τῆς πράξεως Plat.): τί δῆτ᾽ ἐμαυτῆς καταγέλωτα ἔχω τάδε; Aesch. к чему на мне весь этот смешной наряд?

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κατάγελως -ωτος, ὁ [καταγελάω] acc. κατάγελων en κατάγελωτα, het uitlachen, spot:. κ. πλατύς onverbloemde spot Aristoph. Ach. 1126; ὁ κατάγελως τῆς πράξεως het belachelijke van de zaak Plat. Crit. 45e.

Middle Liddell

κατά-γελως, ωτος,
mockery, derision, ridicule, Lat. ludibrium, ἐμαυτοῦ καταγέλωτα τάδε; these ornaments which bring ridicule upon me? Aesch.; κ. πλατύς sheer mockery, Ar.; ὁ κ. τῆς πράξεως the crowning absurdity of the matter, Plat.