Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἰφνίδιος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: αἰφνίδιος Medium diacritics: αἰφνίδιος Low diacritics: αιφνίδιος Capitals: ΑΙΦΝΙΔΙΟΣ
Transliteration A: aiphnídios Transliteration B: aiphnidios Transliteration C: aifnidios Beta Code: ai)fni/dios

English (LSJ)

ον,

   A unforeseen, sudden, A.Pr.680, Th.2.61, Arist.EN 1117a18; ἀφικνοῦνται αἰφνίδιοι τοῖς Χίοις Th.8.14. Adv. -ίως Id.2.53; also -ιον Plu.Num.15. αἰφνιδιοτυχής, ές, profiting by strokes of good fortune, Vett. Val.18.16.

Greek (Liddell-Scott)

αἰφνίδιος: -ον, (ἢ μᾶλλον ἀφνίδιος (πρβλ. ἄφνω) κατὰ Ἐλμσλ.). Ἀπροσδόκητος, ἐξαπινιαῖος, ταχύς, Αἰσχύλ. Πέρσ. 680, Θουκ. 2. 61, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 3. 8, 15. - Ἐπίρρ. -ίως, Θουκ. 2. 53· ὡσαύτως -ιον, Πλουτ. Νουμ. 15.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
subit, soudain ; τὸ αἰφνίδιον soudaineté ; adv. • αἰφνίδιον soudainement.
Étymologie: αἴφνης.

Spanish (DGE)

-ον

• Prosodia: [-ῐ-]
1 imprevisto, inesperado, súbito, repentino, αἰφνίδιος μόρος A.Pr.680, ἀέρος αἰφνιδίη ταραχὴ φυλακτέη Hp.Praec.14, cf. Ar.Th.127, φόβος Arist.EN 1117a18, un mandato, Call.Del.238, τὰς ἐφόδους incursiones imprevistas Plb.2.35.6, ἔκπληξις D.C.43.33.2, ἐπεκδρομή D.C.Epit.9.11.9, συμφορά IPE 12.34.20 (Olbia II/I a.C.), cf. LXX 3Ma.3.24, Corn.ND 27, Ps.Ptol.Centil.100, θάνατος ICr.2.3.44.9 (Aptera III d.C.), como pred. ἀφικνοῦνται αἰφνίδιοι τοῖς Χίοις Th.8.14, cf. 8.28
neutr. como adv. αἰφνίδιον θορυβεῦντι Theoc.21.5, τῆς πλήμης αἰφνίδιον ἀπελθούσης Peripl.M.Rubri 46, cf. 45, Plu.Num.15, D.C.Epit.7.1.8, S.E.M.6.8, IG 12(7).51.6 (Arcesione III d.C.), Pall.H.Laus.18.22, Aesop.170.2, 178.8
como subst. τὸ αἰφνίδιον lo inesperado, lo repentino, la sorpresa δουλοῖ γὰρ φρόνημα τὸ αἰφνίδιον lo repentino esclaviza el entendimiento Th.2.61, cf. D.C.38.32.4, c. gen. subjet. τὸ τῆς παρουσίας αἰ. Plb.5.6.3.
2 adv. -ίως inesperadamente, de repente θνῄσκειν Th.2.53, ἐμβάλλειν Plb.4.6.11, αἰ. στυγε[ρὸν τέρ] μα λαχὼν βιότου ICr.2.21.2 (II a.C.), ἐπιβάλλειν IPE 12.352.7 (Quersoneso Táurico II a.C.), cf. LXX 2Ma.14.22, IG 12(7).397.4 (Amorgos, imper.), PFay.123.21 (II d.C.), D.C.Epit.8.12.3, Vit.Aesop.G 98, Gp.16.1.10.

English (Abbott-Smith)

English (Strong)

from a compound of Α (as a negative particle) and φαίνω (compare ἐξαίφνης) (meaning non-apparent); unexpected, i.e. (adverbially) suddenly: sudden, unawares.

Greek Monolingual

-ια, -ιο (Α αἰφνίδιος, -ιον)
απροσδόκητος, ανέλπιστος, ξαφνικός
αρχ.
(το ουδ. εν. ως επίρρ.) τὸ αἰφνίδιον
αιφνιδίως, ξαφνικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αἴφνης.
ΠΑΡ. μσν. αἰφνιδιάζω.

Greek Monotonic

αἰφνίδιος: ή ἀφνίδιος, -ον (ἄφνω), απροσδόκητος, ξαφνικός, αστραπιαίος, σε Αισχύλ., Θουκ.· επίρρ. -ίως, στον ίδ.· επίσης, -ιον, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

αἰφνίδιος: (ῐδ) внезапный, неожиданый (μόρος Aesch.; φρόνημα Thuc.; φόβοι Arst.).

Middle Liddell

ἄφνω
unforeseen, sudden, Aesch., Thuc.:—adv. -ίως, Thuc.; also -ιον Plut.

Chinese

原文音譯:a⋯fn⋯dioj 埃-弗你笛哦士
詞類次數:形容詞(2)
原文字根:不-顯出 覺察
字義溯源:預料不到的,忽然的;由(α / ἄλφα)= (ἄνευ)*=不)與(φαίνω)=發光,照耀)組成;其中 (φαίνω)出自(φῶς)=光),而 (φῶς)出自(φαῦλος)X*=照耀,顯示)
出現次數:總共(2);路(1);帖前(1)
譯字彙編
1) 忽然(2) 路21:34; 帖前5:3