Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔγχος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἔγχος Medium diacritics: ἔγχος Low diacritics: έγχος Capitals: ΕΓΧΟΣ
Transliteration A: énchos Transliteration B: enchos Transliteration C: egchos Beta Code: e)/gxos

English (LSJ)

εος, τό,

   A spear, lance, Il.6.319, etc.; ἔ. λογχωτά B.Fr.3.    II weapon in general: sword, S.Aj.287, al., E.El.696, etc.: pl., weapons, ἄτερ ἐγχέων Pi.P.9.28; πτερωτὰ ἔγχη arrows, E.HF1098; πῦρ . . Ἑκάτης ἔγχος S.Fr.535 (anap.); of Nausicaa's ball, τὸ δ' ἔ. ἐν ποσὶν κυλίνδεται ib.782: metaph., φροντίδος ἔ. Id.OT170 (lyr.).    III meton., armed force, Ἰηπύγων ἔγχος ἀπωσάμενοι Call.Fr.444.

German (Pape)

[Seite 713] τό, die Lanze, der Speer, wahrscheinlich von Wurzel Ἀκ, s. Curtius Grundz. d. Griech. Etymol. 2 S. 86, 247. Bei Homer sehr oft. Nach einer irrigen Ansicht alter Homeriker bezeichnet ἔγχος bei Homer auch das Schwert, welche Ansicht Aristarch widerlegte, s. Scholl. Aristonic. Iliad. 7, 255. 273. Bei den Tragg. bezeichnet ἔγχος unzweifelhaft auch das Schwert; ἀμφῆκες Soph. Ai. 286; Ant. 1236, öfter; Eur. El. 700 Phoen. 1413; ἐ. πτερωτά sind Pfeile, Herc. Fur. 1098. Uebertr., πῦρ τῆς εἰνοδίας Ἑκάτης ἔγχος Soph. frg. 480; sogar vom Ball, frg. 872; auch φροντίδος ἔγχος, Soph. O. R. 170.

Greek (Liddell-Scott)

ἔγχος: τό, δόρυ, λόγχη, συχνὸν παρ’ Ὁμ., ἀποτελούμενον ἐκ δύο μερῶν, ὧν τὸ μὲν ἐκαλεῖτο, αἰχμή, τὸ δὲ ἕτερον δόρυ, ἤτοιλόγχη ἡ μεταλλίνη καὶ τὸ φέρον αὐτὴν ξύλον ἢ «κοντάριον», Ἰλ. Ζ. 319 ἔνθα τὸ μῆκος αὐτοῦ εἶναι ἑνδεκάπηχυ: τὸ δόρυ εἶναι συνήθως ἐκ ξύλου μελίας, κοινῶς «μελέγου», μείλινον ἔγχος, συχνὸν ἐν τῇ Ἰλ., πρβλ. ὡσαύτως σταδαῖος, ὀπισθοβριθής. - Τὸ ἔγχος ἐχρησίμευεν ὅπως τύπτῃ τις τὸν ἐχθρὸν ἐκ τοῦ πλησίον ἢ ἐξακοντίζῃ αὐτὸ κατ’ αὐτοῦ μακρόθεν, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ μεγάλου βάρους αὐτοῦ μόνον οἱ ῥωμαλεώτατοι τῶν ἀνδρῶν ἠδύναντο νὰ μεταχειρίζωνται αὐτό, καὶ μόνον ὅτε ἦσαν πλησίον τοῦ ἐχθροῦ: ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐθεωρεῖτο τὸ ἐντιμότατον ὅπλον. ΙΙ. ἐν γένει, πᾶν ὅπλον, ξίφος, συχνὸν ἐν Σοφ., ὡς ἐν Αἴ. 287, 658, 907, κτλ· πτερωτὰ ἔγχη, βέλη, Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 1098· ἔτι καὶ ἐπὶ σφαίρας, ὡς ἡ τῆς Ναυσικάας τὸ δ’ ἔγχος ἐν πόσιν κυλίνδεται Σοφ. Ἀποσπ. 872: - μεταφ., φροντίδος ἔγχος Σοφ. Ο. Τ. 170. (Κατὰ τὸν Κούρτ., συγγενὲς τῷ ἀκή, ἄκων, αἰχμή).

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
1 pique, lance;
2 p. ext. épée;
3 fig. arme en gén. : φροντίδος ἔγχος SOPH la prudence qui est une arme (contre le danger).
Étymologie: R. Ακ, piquer ; cf. ἀκαχμένος.

English (Autenrieth)

εος: spear, lance; used for both hurling and thrusting, and regarded as the most honorable weapon; the shaft, δόρυ, was of ash, about 7 ft. long; the upper end, καυλός, was fitted with a bronze socket, αὐλός, into which the point, ἀκωκή, αἰχμῄ, was inserted, Il. 16.802, being held fast by the πόρκης; the lower end, οὐρίαχος, was furnished with a ferule or spike, σαυρωτήρ, for sticking into the earth. The warrior usually carried two spears—for hurling, at a distance of about 12 paces, and for thrusting from above. Hector's spear was 16 ft. long, Il. 6.319. (See also σῦριγξ, and cut 19.)

English (Slater)

ἔγχος (ἔγχος, -εος, -ος; -έων)
   1 spear “πέδασον ἔγχος Οἰνομάου χάλκεον” (O. 1.76) Ἄρης, τραχεῖαν ἄνευθε λιπὼν ἐγχέων ἀκμάν (P. 1.11) ὁ δ' ἔφεπεν κραταιὸν ἔγχος (P. 6.34) παλαίοισαν ἄτερ ἐγχέων (sc. Κυράναν) (P. 9.28) ἀκμᾷ ἔγχεος ζακότοιο (N. 6.53) πεῖραν μὲν ἀγάνορα Φοινικοστόλων ἐγχέων ταύταν θανάτου πέρι καὶ ζωᾶς ἀναβάλλομαι (N. 9.29) ὁ παγκρατὴς κεραυνὸς ἀμπνέων πῦρ κεκίνηται τό τ' Ἐνυαλίου ἔγχος Δ. 2. 1. κλῦθ Ἀλαλά, Πολέμου θύγατερ, ἐγχέων προοίμιον fr. 78. 2.

Spanish (DGE)

-εος, τό
I 1lanza δολιχόσκιον ἔ. βριθὺ μέγα στιβαρὸν κεκορυθμένον la lanza de larga sombra, fuerte, grande, pesada y coronada en punta, Il.16.801, hecha de fresno y bronce μείλινον ἔ. Il.5.655, 6.65, χάλκεον Il.3.317, 4.481, Od.2.10, Pi.O.1.76, ἔγχεϊ ὀξυόεντι Od.20.306, ἄλκιμον ἔ. de Atenea y Ares Od.1.99, Pi.Fr.70b.17, 78.2, cf. E.HF 1003, Hel.1316, A.R.3.1286, Q.S.1.547, κραταιὸν ἔ. Pi.P.6.34, ἔγχεα λογχωτά B.Fr.4.71, ἀκμᾷ ἔγχεος ζακότοιο Pi.N.6.53, hecha con un junco para el ejército de ranas Batr.(a) 164, ἔγχη σταδαῖα lanzas hechas para luchar a pie firme A.Pers.240, ἔ. δεινόν A.R.3.1231, ἆ καλὸν ἔ. de Alejandro AP 6.97 (AntiphIL.), ὀπισθοβριθὲς ἔ. lanza de pesada contera A.Fr.338, cf. Trag.Adesp.264
utilizada tanto empuñada como arrojadiza ἔγχεϊ νύξε Il.5.579, Hes.Th.186, Sc.135, ἔ. ἔχων Il.16.734, ἔ. ἀνασχόμενος Callin.1.10, cf. Tyrt.7.25, Corinn.39.5.6, προΐει ... ἔ. Il.11.349, cf. E.Ph.1374, A.R.1.769, ἔγχεϊ μάρνασθαι Il.16.195, Hes.Fr.25.2, συνῆψαν ἔγχη entrechocaron las lanzas E.Ph.1192, cf. AP 9.219 (Diod.Sard.), ἔφ' ᾧπερ ἔ. εἵλκυσται τόδε E.Rh.576, cf. Theoc.22.184, Lyc.931
formando parte junto con el escudo del armamento arcaico σάκεσίν τε καὶ ἔγχεσιν πεφρικυῖαι (φάλαγγες) Il.4.282, βεβρίθει δὲ σάκεσσι καὶ ἔγχεσιν estaba cargada (una nave) con escudos y lanzas, Od.16.474, colocada en una panoplia Od.1.127, cf. 129, E.Io 1305, Hec.15, Rh.25, 462, A.R.4.223, Orph.H.65.5, como ofrenda IChS 352 (IV a.C.), AP 6.86 (Eutolm.), 9.492, 493.
2 gener. arma cortante o punzante, sea espada o puñal ἄτερ ἐγχέων sin armas ref. la ninfa Cirene luchando con un león, Pi.P.9.28, cf. S.Ant.975, E.Rh.793, ἄψαυστος ἔγχους sin haber tocado yo un arma S.OT 969, cf. 1255, Tr.1014, utilizada por Áyax en su desvarío y suicidio, S.Ai.95, cf. E.El.696
equiv. a ξίφος, dicho de la espada de la Muerte, E.Alc.76, de otras armas, como flechas πτερωτὰ ... ἔγχεα E.HF 1098, del tridente de Posidón AP 6.4.5 (Leon.), cf. 6.38 (Philippus).
II usos meton. y fig.
1 guerra, batalla Ἄρης ... λιπὼν ἐγχέων ἀκμάν Ares dejando el fragor de las lanzas Pi.P.1.11.
2 ejército de lanceros πεῖρα ... Φοινικοστόλων ἐγχέων la prueba contra las lanzas de los ejércitos fenicios, e.d., contra el ejército de lanceros fenicios Pi.N.9.29, ἐγχέων φόβημα δαΐων terror de los ejércitos enemigos S.OC 699, Ἰηπύγων ἔ. ἀπωσάμενοι rechazando la lanza de los yápiges, e.d., los lanceros yápiges Call.Fr.613, cf. E.Supp.22, Orac.Sib.13.122, AP 9.288 (Tull.Gem.), πρὸς δεινὸν ἔ. βαρβάρων νενευκότα CIRB 119.11 (Panticapeo I a.C.), cf. IGBulg.3.1677 (III d.C.).
3 lanza como arma, en el sent. de recurso ref. ciertos atributos divinos (πῦρ) Ἑκάτης ἔ. el fuego, lanza de Hécate S.Fr.535, cf. 781, (Διός) ἔ. πυρφόρον del rayo de Zeus, Ar.Au.1749, οὐδ' ἔνι φροντίδος ἔ. ᾧ τις ἀλέξεται ni hay una lanza de la mente con la que se pueda apartar (la peste), e.d. no hay recurso S.OT 170, cf. AP 9.198
fig., ref. amor ὡς ... ἔ. ἔχουσα ... δεσμὸν Ἐρώτων de Afrodita, Colluth.94, τὸ δ' ἔ. ἐν ποσὶν κυλίνδεται en meton. tal vez ref. la pelota de Nausícaa, S.Fr.782. • DMic.: e-ke-a.

Greek Monolingual

ἔγχος, το (Α)
1. λόγχη, ακόντιο
2. όπλο, ξίφος
3. στρατιωτική δύναμη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Ίσως πρόκειται για παράγωγο ενός ρηματικού θέματος (πρβλ. βέλος) ή για δάνειο. Η λέξη είναι αρχαϊκή και απαντά ευρέως στην Ιλιάδα, αλλά αργότερα αντικαταστάθηκε κυρίως από τη λ. δόρυ].

Greek Monotonic

ἔγχος: τό,
I. δόρυ, κοντάρι, λόγχη, συχνά στον Όμηρ., αυτό που αποτελείται από δύο μέρη, αἰχμή και δόρυ, δηλ. κεφαλή (λόγχη μεταλλική) και κοντάρι, σε Ομήρ. Ιλ.
II. οποιοδήποτε όπλο, ξίφος, σπαθί, σε Σοφ., Ευρ.· μεταφ., φροντίδος ἔγχος, σε Σοφ. (πιθ. συγγενές προς τη √ΑΚ σε ἀκή, ἀκών).

Russian (Dvoretsky)

ἔγχος: εος τό
1) копье (μείλινον Hom.);
2) меч (ἀμφῆκες Soph.);
3) стрела (πτερωτὰ ἔγχη Eur.);
4) перен. оружие, проблеск (φροντίδος ἔ. Soph.).

Etymological

Grammatical information: n.
Meaning: spear, lance (Il.), also weapon in gen. (Pi., S.); on the meaning Schwyzer Glotta 12, 11, Trümpy Fachausdrücke 52ff.
Compounds: As 1st member in ἐγχέσ-παλος speardrilling (Hom.), -φόρος carrying a spear (Pi.); ἐγχεσί-μωρος (s. v.); after it -μαργος ἔγχει μαινόμενος H., EM, -χειρες pl. weaponed with a spear (Orph. Fr. 285, 18).
Derivatives: Also ἐγχείη (Hom.), after ἐλεγχείη : ἔλεγχος, ὀνειδείη : ὄνειδος etc. (Chantr. Form. 86f., Schwyzer 469). Diff. Kalén GHÅ 24 (1918) : 1, 54ff. (old dual [?]); Tovar Emerita 11, 431ff. [?]. - Unclear is Ἐγχώ ἡ Σεμέλη οὕτως ἐκαλεῖτο.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: No etymology. Schwyzer Glotta 12, 10ff. (to ἀκαχμένος). S. also Tovar l. c. Probably Pre-Greek.

Middle Liddell


I. a spear, lance, often in Hom., consisting of two parts, αἰχμή and δόρυ, head and shaft, Il.
II. iI. any weapon, a sword, Soph., Eur.:—metaph., φροντίδος ἔγχος Soph. [Prob. akin to Root !ακ, in ἀκή, ἀκών.]