Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γέρρον

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: γέρρον Medium diacritics: γέρρον Low diacritics: γέρρον Capitals: ΓΕΡΡΟΝ
Transliteration A: gérron Transliteration B: gerron Transliteration C: gerron Beta Code: ge/rron

English (LSJ)

τό,

   A anything made of wicker-work:    I oblong shield, covered with ox-hide, Hdt.7.61, X.Cyr.7.1.33, etc.; Θρᾴκια γ. Plu. Aem.32.    II γέρρα, τά, wattled screens or booths, used in the Athen. market-place, τὰ γ. ἐνεπίμπρασαν D.18.169; τὰ γ. ἀναιρεῖν Id.59.90: generally, wattles, Str.4.4.3, Jul.Or.1.29d: metaph. of the eyelashes, Gal.UP10.6.    III wicker body of a cart, Str.7.2.3.    IV = γερροχελώνη, Plb.8.3.3 (pl.), D.H.6.92, Arr.An.1.21.5.    V stake, Eup.405; dart, dub. in Alcm.133.    2 = αἰδοῖον (Sicel) (or prob., = ὄλισβος, cf. Orion 43.24), Epich.235.

Greek (Liddell-Scott)

γέρρον: τό, (εἴρω) Λατ. gerra, πᾶν πλεκτὸν ἐκ λεπτῶν ῥάβδων, 1) ἐπιμήκης ἀσπὶς κεκαλυμμένη διὰ δέρματος βοός, ὁποίαν οἱ Πέρσαι μετεχειρίζοντο, Ἡρόδ. 7. 61, Ξεν. Κύρ. 7. 1, 33, κτλ.· πρβλ. γερροφόροι. ΙΙ. γέρρα, τά, περιφράγματα πλεκτὰ ἐν χρήσει ἐν τῇ Ἀθηναϊκῇ ἀγορᾷ, εἶδος παραπηγμάτων, τὰ γ. ἐνεπίμπρασαν Δημ. 284. 24· τὰ γ. ἀναιρεῖν ὁ αὐτ. 1375. 20. ΙΙΙ. τὸ πλεκτὸν σῶμα ἁμάξης, Στράβων 294. IV. =γερροχελώνη, ἡ, Λατ. vinea, Πολύβ. 8. 5, 2, Ἀρρ. Ἀν. 1. 21, 10, κτλ. V. ῥάβδος, σκόλοψ, ξύλον μακρόν, Εὔπολ. ἐν Ἀδήλ. 140· ὀϊστός, βέλος, ὕποπτον παρ’ Ἀλκμᾶνι 125. 2) =αἰδοῖον, ἴδε Ἐπίχαρμ. παρὰ Σχολ. Λουκ. Ἀναχ. 32.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
1 bouclier d’osier, à l’usage des Perses;
2 plur. τὰ γέρρα sorte d’auvent en osier pour abriter les vendeurs au marché.
Étymologie: DELG de *γέρσον, apparenté au crétois γάρσανα.

Spanish (DGE)

-ου, τό
I de varas singulares
1 pica o dardo Alcm.131, cf. Sch.Luc.Anach.32.
2 estaca de una empalizada, Eup.440, Pherecr.18, Ar.Fr.803
fig. cóm. γέρρα Νάξια ref. prob. falos en un templo de Afrodita en Naxos (Sicilia), Epich.174, cf. Hsch., App.Prou.1.72.
II de estructuras de mimbre o materiales ligeros
1 como arma defensiva escudo oblongo de mimbre usado por los persas, Hdt.7.61, X.Cyr.7.1.33, cf. Lex.Tht.93, por los tracios Plu.Aem.32.
2 reparo o mantelete de mimbre γέρροις ... οἱονεὶ τείχει φραξάμενοι fortificados con manteletes de mimbre como con una muralla Iul.Or.1.29d
a modo de testudo ἑτοιμασάμενοι δὲ γέρρα καὶ βέλη Plb.8.3.3, D.H.6.92, cf. Arr.An.1.21.5; cf. γερροχελώνη.
III de dif. construcciones ligeras, frec. en plu. τὰ γέρρα
1 mamparas de mimbre usadas en el mercado de Atenas para proteger las tiendas y separarlas unas de otras, D.18.169, para separar a los ciudadanos que iban a votar, D.59.90.
2 caja de mimbre de un carro τοῖς γέρροις τῶν ἁρμαμαξῶν Str.7.2.3.
3 tejavana de bálago, Str.4.4.3, de pieles, Hsch.
fig. de las pestañas, Gal.3.791. • DMic.: ka-ro II (?).

• Etimología: De *γερσον cf. cret. γάρσανα c. vocalismo ø y rel. anórd. kiarr ‘maleza’.

Greek Monolingual

γέρρον, το (Α)
1. κάθε αντικείμενο πλεγμένο από ευλύγιστες βέργες, συνήθως λυγαριάς
2. η επιμήκης ασπίδα τών Περσών, σκεπασμένη με δέρμα βοδιού
3. το ψαθωτό τμήμα της άμαξας
4. η γερροχελώνη, δηλ. πολιορκητική μηχανή σε σχήμα χελώνας κατασκευασμένη από «γέρρα»
5. πάσσαλος, παλούκι
6. το ανδρικό μόριο
7. πληθ. γέρρα, τα
ψαθωτά περιφράγματα ή παραπήγματα με καλάμια τών καταστημάτων της αθηναϊκής αγοράς.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το γέρρον προήλθε από γέρσον (ινδοευρ. ĝerso-m < ρίζα ĝers- «στρέφω, στρίβω, λυγίζω»), γεγονός που πιστοποιείται από τις «γλώσσες» του Ησύχ. «γάρσανα
φρύγανα» και «γάρρα
ράβδος», όπου απαντά η ασθενής βαθμίδα της αρχικής ρίζας. Στην ίδια ρ. gers- ανάγονται και τα αρχ. νορβ. kiarr «χαμόκλαδα», αρχ. σουηδ. kiœrr, νέο σουηδ. ka?rr «τέλμα, έλος» (γερμ. kerzά). Το λατ. gerrae («καλαμωτά περιφράγματα
ασήμαντα πράγματα, ανοησίες») αποτελεί δάνειο από το γέρρα, πληθ. του γέρρον.

Greek Monotonic

γέρρον: τὸ (εἴρω), οτιδήποτε φτιαγμένο από λυγαριά, πλεχτός από λυγαριά, καλαμένιος.
I. επιμήκης ασπίδα καλυμμένη με δέρμα βοδιού, όπως αυτές που χρησιμοποιούσαν οι Πέρσες, σε Ηρόδ., Ξεν.
II. γέρρα, τά, καλαμωτές καλύβες ή πάγκοι ή περιφράγματα που χρησιμοποιούνταν στην αθηναϊκή αγορά, σε Δημ.
III. το πλεκτό σώμα της άμαξας, σε Στράβ.

Russian (Dvoretsky)

γέρρον: τό
1) плетеный щит (обтянутый кожей - у персов Her., Xen., Plut. и у фракийцев Plut.);
2) (лат. vinea) плетеный осадный навес, винея (γέρρα καὶ τἆλλα πρὸς τὴν πολιορκίαν Polyb.);
3) плетеная рыночная палатка Dem.;
4) плетеная перегородка, плетень Dem.

Etymological

Grammatical information: n.
Meaning: Different objects from wicker-work, shield (Hdt.;), wattles, booths, body of a cart (D.), stake, arrow (Eup.), = τὸ αἰδοῖον Epich.).
Compounds: γερροφόρος shieldbearer (Pl.)
Derivatives: γερράδια στρωτηρίδια H.; cf. Chantr. Form. 72, Schwyzer 487. - Here also γέρσυμον ἄκρον ἁλιευτικοῦ καλάμου H.? (cf. γέρρον = stake), variant γένσιμον H. and κέρσιμον (Sch.) s. below; not with Latte to ἀγείρω. - On γάρρα and γάρσανα s.s.v. γάρσανα.
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin] Eur.
Etymology: γέρσυμον (not to be corrected with Latte in γέρσιμον) beside γένσιμος, κέρσιμον point to a Pre-Greek word (ε\/α, κ\/γ, ι\/υ). Here also prob. Arm. car tree, pl. shrubs. Further one connects ON kiarr n. shrubs (PGg. *kersá-). With other vocalism ON kass (< *kars) basket, PGm. *kársa-. Here also γάρσανα and γάρρα. The whole prob. Eur. substratum words. Fur. 117. - From γέρρα pl. Lat. gerra f. wicker-work.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γέρρον -ου, τό schild (van riet); plur. schutting, schotten.

Middle Liddell

εἴρω
anything made of wicker-work:
I. an oblong shield, covered with ox-hide, such as the Persians used, Hdt., Xen.
II. γέρρα, τά, wattled huts, or booths, used in the Athen. market-place, Dem.
III. the wicker body of a car, Strab.