Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκβιάζω

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

(AM ἐκβιάζω)
αναγκάζω με τη βία κάποιον να κάνει κάτι
νεοελλ.
1. περνώ από έναν τόπο απωθώντας τον εχθρό («εκβιάζω τα στενά»)
2. πετυχαίνω κάτι με εκβιαστικά μέσαεκβιάζω τη μετάθεσή μου»)
3. χρησιμοποιώ εκβιαστικά μέσα
αρχ.
1. διώχνω, απομακρύνω με τη βία
2. αποσπώ με τη βία από τα χέρια κάποιου
3. ρίχνω κάτι μακριά, εξακοντίζω
4. εκμεταλλεύομαι
5. πιέζω με δύναμη
6. (για επιχείρημα, απόδειξη κ.λπ.) υποστηρίζω, επιμένω
7. (η μτχ. παθ. παρακμ.) εκβεβιασμένος
επεξεργασμένος με κόπο, εξεζητημένος.