Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πετυχαίνω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

Ν
1. σημαδεύω με επιτυχία, βρίσκω τον στόχο («τον πέτυχα στο πόδι»)
2. εννοώ ή μαντεύω («το πέτυχες, αυτός ήταν»)
3. συναντώ τυχαία κάποιον («τον πέτυχα στη στάση»)
4. κατορθώνω αυτό που επιδιώκω («πέτυχε ό,τι ήθελε»
5. (για εξετάσεις, διαγωνισμούς κ.λπ.) έχω ευνοϊκό αποτέλεσμα («πέτυχε στις εξετάσεις)
6. ολοκληρώνω κάτι με επιτυχία («το πέτυχα το γλυκό»)
7. εκτελούμαι καλά, έχω καλή έκβαση («η παράσταση πέτυχε»)
8. (η μτχ. παθ. παρακμ.) πετυχημένος -η, -ο και πετυχεμένος, -η, -ο
α) ως επίθ. αυτός που έγινε ή ολοκληρώθηκε με επιτυχία (α. «πετυχημένο φόρεμα» β. «πετυχημένο εγχείρημα»)
β) (για πρόσ.) αυτός που έχει πετύχει στη σταδιοδρομία του («πετυχημένος επιχειρηματίας»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἐπέτυχ-ον, αόρ. β' του ἐπιτυγχάνω + κατάλ. -αίνω κατά το κερδαίνω (πρβλ. λαχ-αίνω: λαγχάνω)].