Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νάκη

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: νάκη Medium diacritics: νάκη Low diacritics: νάκη Capitals: ΝΑΚΗ
Transliteration A: nákē Transliteration B: nakē Transliteration C: naki Beta Code: na/kh

English (LSJ)

[ᾰ], ἡ, A woolly or hairy skin, ἂν δὲ νάκην ἕλετ' αἰγός Od.14.530; also of sheep, Lyc.1310; αἰγῶν νάκαι καὶ προβάτων Paus.4.11.3. (Cf. OE. næsc 'leather'.)

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 228] ἡ, wolliges Fell, Vließ, bes. der Ziege, Od. 14, 530, u. des Schaafes, vgl. das bes. bei Sp. gebräuchlichere νάκος; E. M. unterscheidet νάκη als Ziegenfell von κώδιον, Schaaffell.

Greek (Liddell-Scott)

νάκη: [ᾰ], ἡ, δέρμα δασύμαλλον, ἂν δὲ νάκην ἕλετ’ αἰγὸς Ὀδ. Ξ. 530· ὡσαύτως προβάτου, Λυκόφρων 1310· αἰγῶν νάκαι καὶ προβάτων Παυσ. 4. 11, 3. Πρβλ. νάκος.

French (Bailly abrégé)

1ης (ἡ) :
c. νάκος.
2ῶν (τά) :
pl. de νάκος.

English (Autenrieth)

hairy skin; αἰγός, Od. 14.530†.

Greek Monolingual

νάκη, ἡ (Α)
δασύμαλλο δέρμα, ιδίως αίγας ή προβάτου, προβιά («περιεβέβληντο αἰγῶν νάκας καὶ προβάτων», Παυσ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Τής ίδιας πιθ. ετυμολ. οικογένειας με το αγγλοσαξ. noesc «μαλακό δέρμα» και το αρχ. πρωσ. nognan «δέρμα» από ΙΕ ρ. nak-s-. Δεν φαίνεται, αντίθετα, πιθανή η σύνδεσή του με το νάσσω «συμπιέζω». Το ζεύγος τών παράλλ. τ. νάκος / νάκη ανάλογο τών νάπος / νάπη, βλάβος / βλάβη.

Greek Monotonic

νάκη: [ᾰ], ἡ, δέρμα καλυμμένο από μαλλί ή τρίχωμα, δέρμα προβάτου ή κατσίκας, προβιά σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

νάκη:
I ἡ Hom. = νάκος.
II τά pl. к νάκος.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: woollen skin, fleece, especially of sheep a. goat (ξ 530, Lyc., Paus.);
Other forms: more usual νάκος n. (Pi., Hdt., Simon., inscr.).
Compounds: As 1. member a.o. in νακο-δέψης m. tenner (Hp.), as 2. member in κατωνάκη f. coarse cloth, worn by slaves working on the field, with a front of sheepskin (Ar.), prop. a bahuvrihi; on ἀρνακίς s. ἀρήν.
Derivatives: νακύριον δέρμα H.; formation unclear (hypothetical combinations by v. Blumenthal Hesychst. 14f.), perhaps with Schmidt to be changed into νακύ<δ>ριον (like μελ-ύδριον a.o.; Chantraine Form. 72 f.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: With νάκος : νάκη cf. νάπος : νάπη and the not rare abstract pairs like βλάβος : βλάβη (on this Bolelli Stud. itfilcl. NS. 24, 98ff.); νάκος like εἶρος, φᾶρος a.o., νάκη like λώπη a.o. -- Without immediate agreement outside Greek. Since Lidén IF 18, 410 f. one connects the in German. isolated OE næsc soft leather like e.g. deer-skin, which through PGm. *naska-, -ō- may represent IE *nak-s-ko-, -ā-; here also OPr. nognan leather, if for noknan from IE nāk-no- (Lidén Stud. 66 f.). More dubious is the connection with Goth. snaga m. ἱμάτιον', s. Lidén l.c. and Feist Vgl. Wb. w. lit. -- WP. 2, 316f., Pok. 754. Cf. νάσσω. Rather a Pre-Greek word; Fur. 294, 305; the form νακύριον may point in the same direction.

Middle Liddell

νᾰ́κη, ἡ,
a wooly or hairy skin, a goatskin, Od.