Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλησιόχωρος

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: πλησῐόχωρος Medium diacritics: πλησιόχωρος Low diacritics: πλησιόχωρος Capitals: ΠΛΗΣΙΟΧΩΡΟΣ
Transliteration A: plēsióchōros Transliteration B: plēsiochōros Transliteration C: plisiochoros Beta Code: plhsio/xwros

English (LSJ)

ον,

   A adjacent, bordering upon, τισι Hdt.3.97: more freq. abs., οἱ π. ib.89, 4.13, al., Pl.Lg.737c; οἱ π. βάρβαροι Th.2.68: sg., τὸν σαυτοῦ π. Ar.V.393.

German (Pape)

[Seite 635] der Gegend nahe, angränzend, αἱ πλησιόχωροι πόλεις, Thuc. 4, 79; bei Her. stets von Personen, wie πλησίος, der Nachbar, 3, 89. 4, 30. 33. 102. 6, 108; auch τινί, 3, 97; τὸν σεαυτοῦ πλ., Ar. Vesp. 393; Plat. Legg. V, 737 c; bei Xen. Cyr. 4, 5, 35 v. l. für πρόσχωρος; ἡ πλ., sc. χώρα, Pol. b. Strab. 3, 2, 7.

Greek (Liddell-Scott)

πλησιόχωρος: -ον, ὁ πλησίον χώρας τινός, ὁ συνορεύων μέ τινα, τινι Ἡρόδ. 3. 97· ἀλλὰ συνήθως κεῖται παρ’ αὐτῷ ἀπολ., οἱ πλ., ἄνθρωποι ζῶντες ἐν τῇ πλησίον χώρᾳ, γείτονες συνορεύοντες, Λατ. finitimi, ὡς 3. 89., 4. 13, 30, 33, 102, κ. ἀλλ.· οὕτω Θουκ. 2. 68, Πλάτ. Νόμ. 737C· τὸν σαυτοῦ πλησιόχωρον Ἀριστοφ. Σφ. 393.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
situé dans le voisinage, voisin de, gén. ou dat..
Étymologie: πλησίος, χώρα.

Greek Monolingual

-η, -ο / πλησιόχωρος και πλησιόχορος, -ον, ΝΑ
αυτός που βρίσκεται ή κατοικεί κοντά σε μια χώρα, γειτονικός, όμορος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πλησίος + χώρα (πρβλ. περί-χωρος, στενό-χωρος)].

Greek Monotonic

πλησιόχωρος: -ον, αυτός που βρίσκεται πλησίον της χώρας, αυτός που συνορεύει, τινι, σε Ηρόδ.· απόλ., οἱ πλησιόχωροι, οι άνθρωποι που ζουν στην γειτονική χώρα, οι όμοροι γείτονες, Λατ. finitimi, στον ίδ., Θουκ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πλησιόχωρος -ον [πλησίος, χώρα] naburig, in de buurt wonend (van); met dat. of gen.; subst. οἱ\n πλησιόχωροι buurvolken, buren.

Russian (Dvoretsky)

πλησιόχωρος: II ὁ сосед (τινος Arph. и τινι Her.).
расположенный поблизости, соседний, смежный (πόλεις Thuc.).

Middle Liddell

πλησιό-χωρος, ον,
near a country, bordering upon, τινι Hdt.; absol., οἱ πλ. persons who live in the next country, next neighbours, Lat. finitimi, Hdt., Thuc.