Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γείτων

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: γείτων Medium diacritics: γείτων Low diacritics: γείτων Capitals: ΓΕΙΤΩΝ
Transliteration A: geítōn Transliteration B: geitōn Transliteration C: geiton Beta Code: gei/twn

English (LSJ)

ονος, ὁ, ἡ,

   A neighbour, borderer, γείτονες ἠδὲ ἔται Μενελάου Od.4.16, cf. 9.48, Hes.Op.346, etc.; opp. σύνοικος, Pl.Lg.696b; γ. τινός E.IT1451, X.An.3.2.4; τινί ib.2.3.18; ἐκ τῶν γ. or ἐκ γειτόνων from or in the neighbourhood, Ar.Pl.435, etc.; οἷον ἐκ γ. φωνὴν θηρευόμενοι Pl.R.531a; λύχνον ἐκ τῶν γ. ἐνάψασθαι Lys.1.14; ἐκ γ. τῆς πατρίδος μετοικεῖν Lycurg.21, cf. Str.10.4.12; rarely ἀπὸ γ. D.S.13.84; ἐν γειτόνων (sc. οἴκοις) οἰκεῖν Men.Pk.27, Luc.Philops.25, etc.; τὸ χωρίον τὸ ἐν γ. D.53.10: metaph., ἐν γ. εἶναι to be of like kind, Luc.Icar.8: prov., μέγα γείτονι γείτων Alcm.50, cf. Pi.N.7.87.    II as Adj., neighbouring, bordering, πόλις, πόντος, Id.P.1.32, N.9.43; χώρα, πύλαι, ῥοαί, A.Pers.67 (lyr.), Th.486, S.Aj.418 (lyr.): c. dat., Ἀθήναις γ. πόλις E.Ion294; νεκροῖσι γ. θᾶκοι Id.HF1097; also in Prose, ἡ γ. πόλις Pl.Lg.877b; οἱ γ. βάρβαροι Jul.Or.2.72c: neut. γεῖτον Hsch.: neut. pl. γείτω IG2.814aB36.    III γίτονας (sic)· τὰ δύο αἰδοῖα, Hsch.

Greek (Liddell-Scott)

γείτων: -ονος, ὁ, ἡ, (γῆ) ὁ γειτνιάζων, συνορεύων, ὁ πλησίον, γείτονες ἠδὲ ἔται Μενελάου Ὀδ. Δ. 16, πρβλ. Ι. 48, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 344, κτλ.· γείτων τινὸς Εὐρ. Ι. Τ. 1451, Κύκλ. 281, Ξεν. Ἀν. 3. 2, 4· τινὶ Εὐρ. Ἴωνι 294, Ἡρ. Μαιν. 1097, Ξεν. Ἀν. 2. 3, 18· (ἡ τελευταία σύνταξις προτιμητέα θεωρεῖται ὑπὸ τοῦ Θωμᾶ Μαγίστρ. σ. 184)·― ἐκ τῶν γειτόνων ἢ ἐκ γειτόνων, ἐκ τῆς γειτονίας ἢ ἐν αὐτῇ, Ἀριστοφ. Πλ. 435 (καὶ αὐτόθι Kust.), Πλάτ. Πολιτ. 531Α· λύχνον ἐκ τῶν γειτόνων ἐνάψασθαι Λυσίας 93. 2· ἐκ γειτόνων τῆς πατρίδος μετοικεῖν Λυκοῦργ. 150. 33· σπανίως ἀπὸ γ. Διόδ. 13. 84· ἐν γειτόνων οἰκεῖν (ἐνν. οἴκοις) Λουκ. Φιλοψ. 25, κτλ.· μεταφ., ἐν γειτόνων εἶναι, εἶμαι ὅμοιος, Ἰκαρομ. 8·― παροιμ., μέγα γείτονι γείτων Ἀλκμὰν 34, πρβλ. Πίνδ. Ν. 7. 130. ΙΙ. ἀπὸ τοῦ Πινδ. καὶ ἐφεξῆς ὡς ἐπίθ. = γειτονικός, πλησιόχωρος, πόλις, πόντος II. 1. 60, Ν. 9. 103· οὕτως ἐν Αἰσχύλ. Πέρσ. 67, Θήβ. 486, Σοφ. Αἴ. 418· καὶ παρὰ πεζοῖς, ἡ γ. πόλις Πλάτ. Νόμ. 877Α· οὐδ. πληθ. γείτονα Ἀριστ. Φυτ. 2. 8, 8, πρβλ. Συλλ. Ἐπιγρ. 1. σ. 259·― γείτω, CIA. 2, 814, a, B, 36. 39.

French (Bailly abrégé)

ων, ον ; gén. ονος;
I. subst. 1 voisin, voisine : ἐν γειτόνων οἰκεῖν LUC habiter dans le voisinage;
2 τὸ γεῖτον· τὰ δύο αἰδοῖα selon Hesych;
II. adj. 1 voisin (lieu, mer, ville, etc.) : τινός ou τινί de qqn ou de qch;
2 fig. voisin, analogue, semblable : ἐν γειτόνων εἶναι LUC être à peu près de même sorte.
Étymologie: DELG pas d’étym.

English (Autenrieth)

ονος: neighbor. (Od.)

English (Slater)

γείτων (γείτων, -ονι, -ον(α); -ονες, -όνων)
   a adj., neighbouring, neighbour of people, places. κλεινὸς οἰκιστὴρ ἐκύδανεν πόλιν γείτονα i. e. the city of Aitna lying near the mountain (P. 1.32) γείτονα δ' ἐκκάλεσεν (Ἀμφιτρύων) Διὸς ὑψίστου προφάταν ἔξοχον, ὀρθόμαντιν Τειρεσίαν in Thebes (N. 1.60) πολλὰ μὲν ἐν κονίᾳ χέρσῳ, τὰ δὲ γείτονι πόντῳ φάσομαι i. e. in Sicily and off Cumae (N. 9.43) ἄμμι δ' ἔοικε Κρόνου σεισίχθον υἱὸν γείτον κελαδῆσαι (i. e. Poseidon: γείτονα, τῶν Θηβαίων, ὡς πρὸς τὴν Ὀγχηστόν. Σ.) (I. 1.53) ]ιόν τε σκόπελον γείτονα πρύτανιν[ Δ. 3. 10.
   b subs. ἔννεπε κρυφᾷ τις αὐτίκα φθονερῶν γειτόνων (O. 1.47) ἔσχον δ' Ἀμύκλας Τυνδαριδᾶν βαθύδοξοι γείτονες (sc. Δωριεῖς: Amyklai is near Therapnai, centre of their cult) (P. 1.66) καὶ γειτόνων πολλοὶ ἐπαῦρον (P. 3.35) ῥαίνω δὲ καὶ ὕμνῳ, γείτων ὅτι μοι καὶ κτεάνων φύλαξ ἐμῶν ὑπάντασεν ἰόντι (sc. Alkmaion: reference unexplained) (P. 8.58) φαῖμεν κε γείτον' ἔμμεναι νόῳ φιλήσαντ ἀτενέι γείτονι χάρμα πάντων ἐπάξιον (N. 7.87) —8.

Spanish (DGE)

-ονος, ὁ

• Morfología: [como adj. sg. neutr. γεῖτον Hdn.Epim.194; plu. γείτω IG 22.1635.146, 149 (IV a.C.)]
I subst.
1 vecino c. gen. γείτονες ... Μενελάου Od.4.16, δειράδος Καρυστίας E.IT 1451, τῆς Ἑλλάδος X.An.3.2.4, ἄστρων Nonn.D.1.291
abs. γείτονες ἄζωστοι ἔκιον Hes.Op.345, πῆμα κακὸς γ. Hes.Op.346, cf. Call.SHell.287.20, Fr.177.12, τινες γείτονές τε καὶ φίλοι LXX 3Ma.3.10, cf. I.AI 18.376
prov. μέγα γείτονι γ. Alcm.123, cf. Pi.N.7.88, εἰ δὲ γεύεται ἀνδρὸς ἀνήρ τι, φαῖμέν κε γείτον' ἔμμεναι Pi.N.7.87
op. σύνοικος Pl.Lg.696b, cf. Arist.Rh.1395b7, γείτονες οἰκτείρουσι Call.Epigr.63.5, cf. Fr.63.4, D.S.13.84, τοὺς γείτονας ἐκεκράγει Numen.26.87, cf. Nonn.D.12.81, ὤθεεν ἄλλος γείτονα γ. Nonn.D.12.307, εἰς τοὺς γείτονας σιτευόμενος Hierocl.Facet.106
ἐκ τῶν γειτόνων de la vecindad, del vecindario Ar.Pl.435, Lys.1.14, ἐκ γειτόνων Pl.R.531a, Str.10.4.12
ἐν γειτόνων en la vecindad ἐν γειτόνων τῆς ἐκθρεψάσης αὐτὸν πατρίδος μετοικῶν Lycurg.21, ἐν γειτόνων οἰκοῦσα Men.Pc.147, cf. D.53.10, Luc.Philops.25, Men.Dysc.25, Asp.122
fig. σκόπει ... εἰ ἐν γειτόνων ἐστὶ τὰ δόγματα καὶ μὴ πάμπολυ διεστηκότα Luc.Icar.8
οἱ Γείτονες tít. de una comedia de Crates, Ath.429a.
2 γίτονας (sic)· τὰ δύο αἰδοῖα Hsch.
II adj. vecino, limítrofe, próximo abs. ἐκύδανεν πόλιν γείτονα Pi.P.1.32, cf. Pl.Lg.877b, Colluth.225, πόντος Pi.N.9.43, χώρα A.Pers.66, Σκαμάνδριοι γείτονες ῥοαί S.Ai.418, γείτον ἐστι τὸ hιερόν IG 13.426.67 (V a.C.), γείτονες αἱ τῶν πετάλων περιπλοκαί Ach.Tat.1.15.2, νύμφη Pamprepius 3.94, cf. Nonn.D.15.207, παρὰ τοῖς γείτοσι βαρβάροις Iul.Or.3.72c, βίβλοι ... ἔμμεσοι καὶ γείτονες Amph.Seleuc.255
c. dat. Ἀθήναις ἔστι τις γ. πόλις E.Io 294, νεκροῖσι γείτονας θάκους ἔχων E.HF 1097, Αἰγλήτην Ἀνάφην τε, Λακωνίδι γείτονα Θήρῃ Call.Fr.7.23, νέος ... ᾌδι γ. un joven próximo a la muerte Nonn.D.11.214
predic. γ. οἰκῶ τῇ Ἑλλάδι X.An.2.3.18, Τίμων ... ἑαυτῷ γ. καὶ ὅμορος Luc.Tim.43
c. gen. γείτονες ... Ὑδροχόος καὶ Ὠαρίων Call.Fr.110.93, γείτονα πότμου ἡβητήν Nonn.D.11.97, cf. 13.313, 38.370.

English (Strong)

from γῆ; a neighbour (as adjoining one's ground); by implication, a friend: neighbour.

English (Thayer)

γείτονος, ὁ, ἡ (from γῆ, hence, originally 'of the same land,' of. Curtius, § 132) from Homer down, a neighbor: John 9:8.

Greek Monolingual

βλ. γείτονας.

Greek Monotonic

γείτων: -ονος, ὁ, ἡ (γῆ), αυτός που ανήκει στην ίδια γη, γείτονας, Λατ. vicīnus (από το vicus), σε Ομήρ. Οδ.· γείτων τινός ή τινί = ο γείτονας κάποιου, σε Ευρ., Ξεν.· ἐκ τῶν γειτόνων ή ἐκ γειτόνων, από ή μέσα στη γειτονιά, σε Αριστοφ., Πλάτ.· ως επίθ., γειτονικός, σε Αισχύλ., Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

γείτων: gen. ονος
1) соседний (πόντος Pind.; πόλις Pind., Plat.; χώρα Aesch.; Σκαμάνδριοι ῥοαί Soph.; τινί Eur., Xen., Plat. и τινός Eur., Xen.);
2) близкий, сходный (πρός τι Arst.): ἐν γειτόνων εἶναι Luc. быть сходным.
ονος ὁ и ἡ сосед, соседка Hom., Hes., Plat., Luc.: ἐκ (τῶν) γειτόνων Arph., Lys., ἀπὸ γειτόνων Diod. от или у соседей; ἐν γειτόνων Luc. у соседей или по соседству.

Etymological

-ονος
Grammatical information: m. f.
Meaning: neighbour, also as adj. (Od.). Also γ<ε>ίτονας τὰ δύο αἰδοῖα H., also in Mod. Greek (Pontos, Koukoulés Α᾽ρχ. 27, 61ff.).
Compounds: As second member in τὰ Μεταγείτνια a feast in Miletus (Va) with the month name Μεταγειτνιών (Ion.-Att.), beside Πεδαγείτνιος etc. (Rhodos, Kos, Chalcedon).
Derivatives: Late γείταινα (AB, cf. τέκταινα etc.). With γειτον-: γειτονία neighbourhood (Pl.) with γειτονέω (A.), γειτονεύω (Hp.). - With γειτν- γειτνιάω (S.), γειτνία, γείτνιος (pap.), γειτνέω (pap.) etc.
Origin: IE [Indo-European]X [probably], XX [unknown]
Etymology: If the ablaut is old, γείτων must be quite old. No etymology. (Not to γεῖσον.)

Middle Liddell

[γῆ]
one of the same land, a neighbour, Lat. vici-nus (from vicus), Od.; γείτων τινός or τινί one's neighbour, Eur., Xen.:— ἐκ τῶν γειτόνων or ἐκ γειτόνων from or in the neighbourhood, Ar., Plat.; as adj. neighbouring, Aesch., Soph.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γείτων -ονος, ὁ, ἡ
1. buurman, -vrouw:; γείτονες ἠδὲ ἔται Μενελάου de buren en aanhang van Menelaus Od. 4.16; ἐκ τῶν γειτόνων ἐνάψασθαι bij de buren de lamp opnieuw aansteken Lys. 1.14; ἐν γειτόνων ἡμῖν ᾤκει hij woonde bij ons in de buurt Luc. 34.25; overdr.. ἐν γειτόνων ἐστί τὰ δόγματα de doctrines liggen bij elkaar in de buurt Luc. 24.8.
2. adj. naburig, aangrenzend, met dat.