Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρῆγμα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πρῆγμα Medium diacritics: πρῆγμα Low diacritics: πρήγμα Capitals: ΠΡΗΓΜΑ
Transliteration A: prē̂gma Transliteration B: prēgma Transliteration C: prigma Beta Code: prh=gma

English (LSJ)

πρηγματεύομαι, Ion. for πραγμ-.

   II οἷον πρῆγμα (sic codd.) πνίγεται (sic cod. θ, v.l. πνέεται) Hp.Aff.5, perh. f.l. for οἷον πρῆμά τι γίνεται a sort of

   A swelling (cf. παράπρημα) arises.

German (Pape)

[Seite 699] τό, ion. = πρᾶγμα.

Greek (Liddell-Scott)

πρῆγμα: πρηγμᾰτεύομαι, Ἰων. ἀντὶ πραγμ-.

French (Bailly abrégé)

ion. c. πρᾶγμα.

Greek Monolingual

-ατος, τὸ, Α
ιων. τ. βλ. πράγμα.

Greek Monotonic

πρῆγμα: πρηγμᾰτεύομαι, Ιων. αντί πραγμ-.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρῆγμα Ion. voor πρᾶγμα.