Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύμβασις

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: σύμβᾰσις Medium diacritics: σύμβασις Low diacritics: σύμβασις Capitals: ΣΥΜΒΑΣΙΣ
Transliteration A: sýmbasis Transliteration B: symbasis Transliteration C: symvasis Beta Code: su/mbasis

English (LSJ)

εως, Ion. ιος, ἡ, (

   A συμβαίνω 1) bringing one foot up to the other, in walking, Hp.Art.58.    2 juncture of ribs, Ruf.Oss. 25.    II (συμβαίνω 11) agreement, arrangement, treaty, συμβάσιες . . οὐκ ἐθέλουσι συμμένειν Hdt.1.74; σ. ποιεῖσθαι E.Supp.739; δὸς σύμβασιν τέκνοις make them friends, Id.Ph.85; εἰς ξ. παῖδα ἄγειν Id.Andr.423; ἡ ξ. ἐγένετο Th.3.28; ἀπὸ ξυμβάσεως by agreement, Id.4.130.    III (συμβαίνω 111) conjunction, Pl.Ep.359b; concurrence, coincidence, συμβάσεως ἔξω πάσης καὶ συνθέσεως, said of τὸ ἕν, Plot.5.4.1, cf. 6.1.26, 6.8.14; κατὰ σύμβασιν, technical term of the Empirics, expld. by Gal.10.164.

German (Pape)

[Seite 978] εως, ἡ, das Zusammengehen, Geschlossensein der Füße, Ggstz διάβασις, Hippocr.; – die Uebereinkunft, Vergleichung, σύμβασιν ποιεῖσθαι, Eur. Suppl. 739; Vertrag, Friedensschluß, Bündniß, Her. 1, 74, Thuc. 3, 66. 6, 10 u. Sp.; – Zufall, zufälliges Begebniß, Plat. Ep. XI, 359 b.

Greek (Liddell-Scott)

σύμβᾰσις: -εως, Ἰων. -ιος, ἡ, (συμβαίνω) τὸ κινεῖν τὸν ἕνα πόδα πρὸς τὸ ἕτερον ἐν τῷ βαδίζειν, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 824D. ΙΙ. (συμβαίνω ΙΙ) συμφωνία, συνεννόησις, συνθήκη, συμβάσιες... οὐκ ἐθέλουσι συμμένειν Ἡρόδ. 1. 74· ξ. ποιεῖσθαι Εὐρ. Ἱκ. 739· δὸς ξύμβασιν τέκνοις, διάλλαξον αὐτά, ὁ αὐτ. ἐν Φοιν. 85 εἰς ξ. ἄγειν τινὰς ὁ αὐτ. ἐν Ἀνδρ. 423· ἡ ξ. ἐγένετο Θουκ. 3. 28· ἀπὸ ξυμβάσεως, διὰ συμφωνίας, ὁ αὐτ. 4. 130. ΙΙΙ. (συμβαίνω ΙΙΙ) ὡς τὸ σύμβαμα, τυχαῖον συμβεβηκός, Πλάτ. Ἐπιστ. 359Β.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
convention, traité ; en gén. arrangement, accord.
Étymologie: συμβαίνω.

Greek Monotonic

σύμβᾰσις: -εως, Ιων. -ιος, ἡ (συμβαίνω II), συμφωνία, διευθέτηση, συνθήκη, σε Ηρόδ., Ευρ.· δὸςξύμβασιν τέκνοις, συμφιλίωσέ τα, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

σύμβᾰσις: εως ἡ
1) соглашение, договор Her., Eur.: ἀπὸ ξυμβάσεως Thuc. по договору;
2) примирение: ξύμβασίν τισι δοῦναι или ἐς ξύμβασιν ἄγειν τινάς Eur. примирить кого-л.;
3) случай, случайность: ὑπὸ ξυμβάσεων πραγμάτων μεγάλων Plat. в силу стечения важных обстоятельств.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σύμβασις -εως, ἡ, Att. ook ξύμβασις [συμβαίνω] Ion. gen. συμβάσιος. stap (waarbij het ene been naast het andere komt te staan). Hp. Art. 58. overeenkomst, verdrag:. σύμβασιν ποιεῖσθαι een overeenkomst sluiten Eur. Suppl. 739; ἀπὸ ξυμβάσεως op grond van een verdrag Thuc. 4.130.6. (toevallige) gebeurtenis, omstandigheid.

Middle Liddell

σύμβᾰσις, εως ιονιξ ιος, ἡ, συμβαίνω II]
an agreement, arrangement, treaty, Hdt., Eur.; δὸς ξύμβασιν τέκνοις make them friends, Eur.