φενακισμός
τίνας ἀπέκτεινας, ὦ ἀφρονεστάτη θύγατερ; → You are completely out of your mind, daughter! Who are those you have killed?
English (LSJ)
ὁ, cheating, quackery, imposition, D.24.194, Jul.Ep.202: freq. in plural, Ar.Eq.633, D.5.10, Din.1.92.
German (Pape)
[Seite 1261] ὁ, der Betrug, die Täuschung; Ar. Equ. 631; Din. 1, 92; Dem. 24, 194; Folgde.
French (Bailly abrégé)
οῦ (ὁ) :
tromperie, fraude.
Étymologie: φενακίζω.
Russian (Dvoretsky)
φενᾱκισμός: ὁ (преимущ. pl.) обман, надувательство Arph., Dem.
Greek (Liddell-Scott)
φενᾱκισμός: ἀπάτη, ἐξαπάτησις, Δημ. 760, ἐν τέλ.· συχν. ἐν τῷ πληθ., τοῖσι φενακισμοῖσιν ἐξαπατωμένην Ἀριστοφ. Ἱππ. 633, Δημ. 59. 18, Δείναρχ. 102. 1· ― φενάκισμα, τό, Ἡσύχ. ἐν λ. πηνηκισμάτων ἣν ἑρμηνεύει: «φενακισμάτων».
Greek Monolingual
ο, ΝΜΑ φενακίζω
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του φενακίζω, εξαπάτηση, παραπλάνηση.
Greek Monotonic
φενᾱκισμός: ὁ, απάτη, εξαπάτηση, εκμετάλλευση, σε Αριστοφ., Δημ.
Middle Liddell
[from φενᾱκίζω]
cheatery, quackery, imposition, Ar., Dem.
English (Woodhouse)
Translations
deception
Albanian: mashtrim; Arabic: خِدَاع, خَدْع; Armenian: խաբեբայություն; Azerbaijani: aldatma; Belarusian: падман; Bengali: প্রবঞ্চনা; Bulgarian: измама, лъжа, заблуждение; Catalan: engany; Chinese Mandarin: 騙局/骗局, 欺騙/欺骗, 欺詐/欺诈; Czech: podvod, klam, balamucení; Danish: bedrag; Dutch: bedrog, bedriegerij, misleiding; Esperanto: trompo; Estonian: pettus; Finnish: petos; French: supercherie, tromperie; Georgian: მოტყუება; German: Betrug, Betrügerei, Täuschung; Greek: απάτη; Ancient Greek: ἀθέτησις, αἰκάλη, ἀλίσβη, ἀλογία, ἀπαιόλημα, ἀπάτα, ἀπάτη, ἀπάτημα, ἀπάτησις, ἀποπλάνημα, ἀποσκίασμα, βουκόλησις, δελήτιον, διαβολή, διαμύθησις, διάψευσις, διγλωσσία, διέμπαιγμα, διπλῆ, δολιότης, δόλος, δολοφροσύνη, δόλωσις, ἐμπαγή, ἔμπαιγμα, ἐμπαιγμός, ἐνέδρα, ἐνεδρεία, ἐνέδρευμα, ἔνεδρον, ἐξαπάτα, ἐξαπάτη, ἐξαπάτημα, ἐξαπάτησις, ἐπιθεσία, ἠπερόπευμα, κατασοφισμός, κατεπίθεσις, κιβδηλεία, κιβδήλευμα, κιβδηλία, μεθοδεία, παράκρουσις, παράπεισις, παραψηφισμός, παρεύρεσις, περιδρομή, πηνηκισμός, προσποίημα, πτερνισμός, τὸ δόλιον, τὸ ἐνεδρευτικόν, ὑποπέττευμα, φενακισμός, φήλωμα, χλεύη; Hebrew: אֲחִיזַת עֵינַיִם, מִרְמָה; Hindi: धोखा, छल; Hungarian: megtévesztés; Icelandic: blekking; Irish: bréag; Italian: mistificazione, inganno, sotterfugio, raggiro, frode; Japanese: ごまかし, いんちき, 欺瞞, 欺騙; Kazakh: алдау; Korean: 기만, 속임, 사기; Kurdish Central Kurdish: بێ باوەڕی: چاوبەست, فڕوفێڵ; Northern Kyrgyz: алдоо; Latin: captio, dolus; Latvian: maldināšana; Lithuanian: apgavystė; Macedonian: измама; Malay: penipuan; Norwegian Bokmål: bedrag; Persian: فریب; Polish: oszustwo, bałamuctwo; Portuguese: enganação, engano, logro; Romanian: decepție, amăgire; Russian: обман, ложь, заблуждение; Serbo-Croatian Cyrillic: о̏бмана, пре̏вара, прије̑вара; Roman: ȍbmana, prȅvara, prijȇvara; Slovak: podvod; Slovene: prevara; Spanish: engaño, socaliña; Swedish: bedrägeri; Tajik: фиреб; Tatar: алдау, алдак; Thai: การหลอกลวง; Tocharian B: kuhākäññe, tārśi; Turkish: kandırma, yanıltma, aldatma; Turkmen: aldaw; Ukrainian: обман; Urdu: دھوکا, فریب; Uyghur: ئالداش; Uzbek: aldash, firib; Vietnamese: sự lừa dối