Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεθοδεία

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μεθοδεία Medium diacritics: μεθοδεία Low diacritics: μεθοδεία Capitals: ΜΕΘΟΔΕΙΑ
Transliteration A: methodeía Transliteration B: methodeia Transliteration C: methodeia Beta Code: meqodei/a

English (LSJ)

or μεθοδ-ία, ἡ, A craft, wiliness, Ep.Eph.4.14: pl., μ. τοῦ διαβόλου ib.6.11. II method of collecting taxes or debts (in form μεθοδία), POxy.1134.9 (v A. D.), 136.18 (vi A. D.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 113] ἡ, List, Arglist, N. T. u. Sp., Hesych. erkl. τέχνη.

Greek (Liddell-Scott)

μεθοδεία: ἡ, ἐπάγγελμα, τέχνη, ἐργασία, Ἰουστινιαν. Νεαρ. 122 ἐν τῷ Προοιμ. 2) τροπικῶς, τέχνασμα, πανουργία, δόλος, Ἐπ. π. Ἐφ. δ΄, 14., ϛ΄, 11· πρβλ. μεθοδεύω.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
poursuite par des voies détournées ; fraude, artifice.
Étymologie: μεθοδεύω.

English (Strong)

from a compound of μετά and ὁδεύω (compare "method"); travelling over, i.e. travesty (trickery): wile, lie in wait.

English (Thayer)

(T WH μεθοδια, see Iota), μεθοδείας, ἡ (from μεθοδεύω, i. e.
1. to follow up or investigate by method and settled plan;
2. to follow craftily, frame devices, deceive: Diodorus 7,16; Aq.; (middle) Chariton 7,6, p. 166,21edition Reiske (1783); Polybius 38,4, 10)), a noun occuring neither in the O. T. nor in secular authors, cunning arts, deceit, craft, trickery: ἡ μεθοδεία τῆς πλάνης, whichπλάνη uses, τοῦ διαβόλου, plural, A. V. wiles. Cf. Lightfoot, Polycarp, ad Philippians 7 [ET], p. 918.)

Greek Monolingual

και μεθοδειά, η (ΑM μεθοδεία, Α και μεθοδία) μεθοδεύω
1. επιβουλή, δόλος, πανουργία, απάτη
2. τέχνασμα, επινόημα, μηχανορραφία («ἐν πανουργίᾳ πρὸς τὴν μεθοδείαν τῆς πλάνης», ΚΔ)
μσν.
επάγγελμα, τέχνη, εργασία, απασχόληση
αρχ.
μέθοδος, τρόπος είσπραξης φόρων.

Greek Monotonic

μεθοδεία: ἡ, πανουργία, δόλος, απάτη, σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

μεθοδεία: ἡ коварство, хитрость, pl. козни (τοῦ διαβόλου NT).

Middle Liddell

μεθοδεία, ἡ,
craft, wiliness, NTest. [from μεθοδεύω

Chinese

原文音譯:meqode⋯a 姆特-哦得哦
詞類次數:名詞(2)
原文字根:同著-道路 相當於: (רָגַל‎)
字義溯源:旁道,詭計,欺騙,方法,圖謀,策略,異端;由(μετά)*=同)與(ὁδεύω)=行路)組成;而 (ὁδεύω)出自(ὁδός / ὁδοποιέω)*=道路)
出現次數:總共(2);弗(2)
譯字彙編
1) 詭計(1) 弗6:11;
2) 旁道(1) 弗4:14