Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψαφαρός

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea
Full diacritics: ψᾰφᾰρός Medium diacritics: ψαφαρός Low diacritics: ψαφαρός Capitals: ΨΑΦΑΡΟΣ
Transliteration A: psapharós Transliteration B: psapharos Transliteration C: psafaros Beta Code: yafaro/s

English (LSJ)

ά, όν, Ion. ψαφερός, ή, όν, Hp. (v. infr.):—

   A friable, powdery, crumbling, σποδός A.Th.323 (lyr.), cf. Euph.50; κόνις AP 7.315 (Zenod. or Rhian.); ψαφαρόν, = ἁπαλόν, perh. of a fine powder, Pl.Com.118: freq. of soil, sandy, λεπτόγεως καὶ ψ. χώρα Thphr. HP8.2.11; opp. ἀγαθή, ib.8.9.1 (Comp.); ἡ ψαφαρή the sandy shore, opp. ἅλς, AP12.145; ἐνὶ ψαφαρῇ Σαλαμῖνι Euph.30.    2 of loose texture, of the glands, the brain, Hp.Gland.1,10, Sor.1.12 (ψαθ- cod.), al.    3 of semi-liquids, thin, watery, διαχώρημα Hp.Coac.596; νάρδος AP6.231 (Phil.); πόλτος ψαφαρώτατος Sor.1.51 (ψαθ- cod.).    4 of wine, rough, dry, joined with ἀλιπής, Gal. ap. Ath.1.26d, cf. ψαθυρός.    5 metaph. of a serpent, χροιὴ ψ. dry, dusty-looking, Nic. Th.262.—Cf. ψαθυρός fin.

German (Pape)

[Seite 1392] ion. ψαφερός, was sich leicht zerreiben, zerbröckeln läßt, zerreibbar, dah. locker, morsch, auch zerrieben, zerbröckelt (ψάω); dah. von trockener, rauher Oberfläche, aufgesprungen, rissig, Mein. Euphor. p. 71; spröde, trocken, σποδός Aesch. Spt. 305; staubig, schmutzig, squalidus, κόμη Rufin. 37 (V, 72); κλάσμα Phani. 7 (VI, 304); νάρδος 10 (VI, 231); ἐπὶ ψαφαρὴν ἅλα ἀντλεῖν, sc. γῆν, Ep. ad. 34 (XII, 145). – Von Flüssigkeiten braucht es Galen. bei Ath. I, 26, vom Surrentiner Weine, ἀλιπὴς καὶ λίαν ψαφαρός, etwa hart, rauh, wie säuerliche Weine sind.

Greek (Liddell-Scott)

ψᾰφᾰρός: -ά, -όν, Ἰων. ψαφερός, ή, όν, Ἱππ. ἔνθα κατωτ.· (ἴδε ψάω)· - ὁ εὐκόλως εἰς κόνιν μεταβαλλόμενος, εὔθρυπτος, ἀραιός, κοκκώδης, σποδὸς Αἰσχύλου Θήβ. 323· κονίη Ἀνθ. Παλατ. 7. 315· συχνάκις ἐπὶ ἐδάφους, ἀμμώδης, λεπτόγεως καὶ ψ. χώρα Θεοφρ. περὶ Φυτ. Ἱστ. 8. 2, 11· ἀντίθετον τῷ ἀγαθή, αὐτόθι 8. 9, 1· ἡ ψαφαρή, ἡ ἀμμώδης παραλία, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἅλς, Ἀνθ. Παλατ. 12. 145. 2) ὁ ἀραιὸς τὴν σύστασιν, χαῦνος, μαλακός, ἐπὶ τῶν ἀδένων, τοῦ ἐγκεφάλου, Ἱππ. 270. 33., 272. 18· τὸ ψαθαρόν, ἑρμηνεύεται διὰ τοῦ ἁπαλόν, ἐν Πλάτ. Κωμικ. «Ποιητῇ» 9 (Α. Β. 116, 24)· διαχωρήματα ψ., ἀραιά, ὑγρά, οὐχὶ συμπαγῆ, Ἱππ. Κωακ. Προγν. 218. 3) ἐπὶ ὑγρῶν, ἀραιός, ὑδατώδης, Λατ. tenuis, ἀντίθετον τῷ γλίσχρος· νάρδος Ἀνθ. Παλατ. 6. 231. 4) ἐπὶ οἴνου, τραχὺς τὴν γεῦσιν, στυφός, ὅτε συνάπτεται μετὰ τοῦ ἀλιπής, Γαλην. παρ’ Ἀθην. 26D, Πλίν. 14. 8, 3· πρβλ. ψαθυρός, 5) ἐπὶ ὄφεως, χροιῇ δ’ ἐν ψαφαρῇ, λευκῇ ἢ αὐχμηρᾷ, Λατιν. Squalidus, Νικ. Θηρ. 262. - Πρβλ. ψαθυρός ἐν τέλει. - Ἐπίρρ. ψαφαρῶς, Κοσμ. Ἱεροσ. ἐν Mi. Pa. gr. τ. 38, σ. 446.

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
qui s’émiette ou se désagrège par le frottement ; sec, desséché.
Étymologie: p. *ψαϜερός de ψαύω p. *ψάϜω, v. ψάω.

Greek Monolingual

-ή, -ό / ψαφαρός, -ά, -όν, ΝΑ, και ιων. τ. ψαφερός, -ή, -όν, Α
αυτός που μπορεί εύκολα να κονιοποιηθεί, εύθρυπτος
αρχ.
1. (για έδαφος) αμμώδης ή ρηγματωμένος
2. (για αδένες και για τον εγκέφαλο) αυτός που έχει χαλαρή σύσταση
3. (για υγρό) αραιός
4. (για κρασί) στυφός
5. μτφ. (για ερπετό) αυτός που έχει το χρώμα της σκόνης.
επίρρ...
ψαφαρῶς Μ
σε αμμώδες έδαφος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθ. ψᾰφ-αρός, με βραχύ φωνηεντισμό --, εμφανίζει τη συνεσταλμένη βαθμίδα του θ. ψᾱφ- /ψηφ- του ψῆφος και έχει σχηματιστεί με επίθημα -αρός / -ερός (πρβλ. χλιαρός: χλιερός). Για τον φωνηεντισμό -α- του επιθ. βλ. λ. ψάμμος.

Greek Monotonic

ψᾰφᾰρός: -ά, -όν, Ιων. ψαφερός, -ή, -όν, (ψάω
1. αυτός που μετατρέπεται εύκολα σε σκόνη, εύθρυπτος, θρυμματισμένος, σε Αισχύλ., Ανθ.· ἡ ψαφαρή, αμμώδης παραλία, σε Ανθ.
2. λέγεται για υγρά, αραιός, υδατώδης, στο ίδ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ψαφαρός -ά -όν [~ ψῆφος] kruimelig, rul:; ψαφαρὰ σποδός korrelig stof Aeschl. Sept. 323; subst. ἡ ψαφαρή zand. anat., van lichaamsweefsels zacht.

Russian (Dvoretsky)

ψᾰφᾰρός:
1) сыпучий, рыхлый, сухой (σποδός Aesch.; κονίη Anth.);
2) жесткий, т. е. пыльный (κόμη Anth.).

Middle Liddell

ψᾰφᾰρός, ή, όν [ψάω]
1. easily reduced to powder, friable, crumbling, Aesch., Anth.; ἡ ψαφαρή the sandy shore, Anth.
2. of liquids, thin, watery, Anth.

Frisk Etymology German

ψαφαρός: {psapharós}
See also: s. ψῆφος.
Page 2,1131