Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χλιαρός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: χλιᾰρός Medium diacritics: χλιαρός Low diacritics: χλιαρός Capitals: ΧΛΙΑΡΟΣ
Transliteration A: chliarós Transliteration B: chliaros Transliteration C: chliaros Beta Code: xliaro/s

English (LSJ)

ά, όν, also ός, όν Nic.Al.360; Ion. χλιερός (also in Alcm. 33.5, Sor.1.52; misspelt χλιεριον in PHolm.16.27), ή, όν· (χλίω):— A warm, Epich.[290]; ὕδωρ Hdt.4.181, Diocl.Fr.139, Sor.1.82; of food, Magnes 1, Cratin.125 (troch.), 143 (hex.), Ar.Ach.975 (lyr.); τὸ σῶμα ἡμῶν ἀτμίδα τινὰ χ. ἀφίησιν Arist.Pr.884b17; τὸ χ. τὸ ἐν γλώσσῃ Placit.4.18.1. Adv. χλιηρῶς (v.l. -ρῷ) Hp.Fist.9; καταπλάσσειν χλιηρόν ibid. 2 of persons, lukewarm, Apoc.3.16. [ῑ in Com. ll. cc.; but ῐ in Epich. l. c., Alcm. l. c.]

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1358] ion. χλιερός, warm, lau; ὕδωρ Her. 4, 181; Ar. Lys. 386; λουτρά D. Sic. 1, 84; Magnes bei Ath. XIV, 646 e, vgl. III, 123, erwärmt, erweicht. – Adv., Hippocr. – [Ι ist meist lang, aber auch kurz, Nic. Al. 360 u. bei Ath. III, 126 c.]

Greek (Liddell-Scott)

χλιᾰρός: -ά, -όν, Ἰων χλιερός, ή, όν, καὶ ός, όν, Νικ. Ἀλεξιφάρμ. 360 (χλίω) - ὡς καὶ νῦν ὑπόθερμος, «χλιός», Λατ. tepidus, Ἐπίχαρμ. 91b Ahr.· χλιαρὸν ὕδωρ Ἡρόδ. 4. 181· ἐπὶ ἐδεσμάτων, ταγηνίας.. χλιαροὺς Μάγνης ἐν «Διονύσῳ» 2, Κρατῖνος ἐν «Νόμοις» 8, ἐν «Ὀδυσσεῦσι» 11, Ἀριστοφ. Ἀχ. 975· τὸ σῶμα ἡμῶν ἀτμίδα χλιαρὰν ἀφίησιν Ἀριστ. Προβλ. 5. 36. - Ἐπίρρ. -ρῶς, Ἱππ. 890Α. 2) ἐπὶ ἀνθρώπου, οἶδά σου τὰ ἔργα.. οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ψυχρὸς Ἀποκάλυψ. Ἰωάννου κεφ. γ΄, στ. 15 καὶ 16· οὕτω, τὸ χλ. τὸ ἐν γλώσσῃ Πλούτ. 2. 902Α. (Πρβλ. λιαρός.) [ῑ ἐν τοῖς μνημονευθεῖσι χωρίοις τῶν κωμικῶν· ἀλλὰ ῐ παρ’ Ἐπιχ. (;) ἔνθ’ ἀνωτ., Ἀλκμὰν 17· πρβλ. χλιαίνω.].

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
1 tiède, d’une chaleur douce;
2 mou, efféminé.
Étymologie: χλίω.

English (Slater)

χλιαρός, v. χλοαρός. (P. 9.38)

English (Strong)

from chlio (to warm); tepid: lukewarm.

English (Thayer)

(χλίω, to become warm, liquefy, melt), tepid, lukewarm: metaphorically, of the condition of a soul wretchedly fluctuating between a torpor and a fervor of love, Herodotus, Pindar, Diodorus, Plutarch, Athen., Geoponica.)

Greek Monolingual

-ή, -ό / χλιαρός, -ά, -όν, ΝΜΑ, θηλ. και -ός, και ιων. τ. χλιερός, -ή, -όν, Α
1. (ιδίως για υγρό) λίγο θερμός, υπόθερμος (α. «το νερό της θάλασσας είναι σήμερα χλιαρό» β. «καὶ πίειν ὕδωρ διπλάσιον χλιαρόν», Επίχ.)
2. μτφ. (για πρόσ.) αδιάφορος (α. «η στάση του στο θέμα αυτό ήταν μάλλον χλιαρή» β. «οἶδά σου τὰ ἔργα... οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός», ΚΔ)
νεοελλ.
μτφ. άτονος («χλιαρή αντίσταση»).
επίρρ...
χλιαρώς / χλιαρῶς,ΝΜΑ, και χλιαρά Ν, και ιων. τ. χλιηρῶς Α
κατά τρόπο χλιαρό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. χλιαίνω.

Greek Monotonic

χλῑᾰρός: -ά, -όν, Ιων. χλιερός, -ή, -όν (χλίω
1. ζεστός, χλιαρός, Λατ. tepidus, σε Ηρόδ., Αριστοφ.
2. λέγεται για ανθρώπους, χλιαρός, σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

χλῑᾰρός: теплый, тепловатый (ὕδωρ Her.; ἀτμίς Arst.; τὰ πηγαῖα τῶν ὑδάτων Plut.; λουτρά Diod.): τὰ χλιαρὰ κατεσθίειν Arph. есть теплые кушанья; χ. καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός погов. NT теплый, ни горячий, ни холодный, т. е. равнодушный.

Middle Liddell

χλῑᾰρός, ή, όν χλίω
1. warm, lukewarm, Lat. tepidus, Hdt., Ar.
2. of persons, lukewarm, NTest.

Chinese

原文音譯:cliarÒj 赫利阿羅士
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:溫水
字義溯源:溫水,微溫的,溫的,不太熱心的;源自(χλιαρός)X*=暖)
出現次數:總共(1);啓(1)
譯字彙編
1) 溫的(1) 啓3:16