Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψόλος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ψόλος Medium diacritics: ψόλος Low diacritics: ψόλος Capitals: ΨΟΛΟΣ
Transliteration A: psólos Transliteration B: psolos Transliteration C: psolos Beta Code: yo/los

English (LSJ)

ὁ,

   A soot, smoke, ἐπιβωμίῳ ψόλῳ A.Fr.24:—in Hsch. also = φλόξ.

German (Pape)

[Seite 1401] ὁ, Ruß, Rauch, Dampf, bes. ein färbender, nicht zündender Blitz (vgl. ψόθος, σποδός), Ggstz von αἰθός, Nic. Th. 288, wo der Schol. zu vgl., der aus Aesch. frg. 20 anführt ἐπιβωμίῳ ψόλῳ. S. auch Arist. meteor. 3, 1.

Greek (Liddell-Scott)

ψόλος: αἰθάλη, καπνός, ἀσβόλη, ἐπιβωμίῳ ψόλῳ Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 23· πρβλ. Σχόλ. εἰς Νικ. Θηρ. 288· ― παρ’ Ἡσυχ. ὡσαύτως = φλόξ. (Συγγενὲς τῷ ψόθος καὶ σποδός).

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
fumée.
Étymologie: DELG étym. obscure.

Greek Monolingual

ὁ, Α
1. αιθάλη, καπνός
2. (κατά τον Ησύχ.) «φλόξ».
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη, η λ. συνδέεται με το επιφώνημα ψό και έχει σχηματιστεί με επίθημα -λος (πρβλ. ἄσβο-λος, αἴθα-λος, θο-λός)].

Greek Monotonic

ψόλος: ὁ, αιθάλη, καπνιά, καπνός, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

ψόλος: ὁ дым, чад Aesch.

Middle Liddell

ψόλος, ὁ,
soot, smoke, Aesch.

Frisk Etymology German

ψόλος: {psólos}
Grammar: m.
Meaning: Ruß, Rauch, Qualm (A. Fr. 24 = 88 M.),
Derivative: ψολοκομπίαι ( : *ψολόκομπος) f. pl. qualmige Prahlereien (Ar. Eq. 696). Davon ψολόεις rußig, rauchig, qualmig, rauchfarben, dunkel (ep. poet. seit Od.). — Daneben ψελός· αἰθαλός (für -όεις?) und ψόμμος· ἀκαθαρσία, καπνός H. (nach ψάμμος).
Etymology : Ausgang wie in ἄσβολος, θολός, αἴθαλος. Wenn zu ψῆν usw. (Schwyzer 328, Pok. 146 mit Persson BB 19, 258 A. 2 u.a.), kann es mit dem allerdings zweideutigen aind. bhásma n. Asche (s. Mayrhofer s.v. und zu ψυχή) indirekt verwandt sein.
Page 2,1139-1140