Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀζηχής

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἀζηχής Medium diacritics: ἀζηχής Low diacritics: αζηχής Capitals: ΑΖΗΧΗΣ
Transliteration A: azēchḗs Transliteration B: azēchēs Transliteration C: azichis Beta Code: a)zhxh/s

English (LSJ)

ές, (prob. for ἀ-δια (ς) εχής,

   A continuous, cf. ἀζαχής, ἀζεχήσ unceasing, ὀδύνη Il.15.25; ὀρυμαγδός 17.741: neut. as Adv., ἀζηχὲς φαγέμεν καὶ πιέμεν Od.18.3; [ὄϊες] ἀ. μεμακυῖαι Il.4.435.    II (ἄζα, cf. ἀζαλέος) hard, seasoned, κορύνη A.R.2.99; θυμός v.l.Il.15.25.

German (Pape)

[Seite 43] Ableitung dunkel, Hom. fünfmal, Iliad. 4, 435 ὄιες ἀζηχὲς μεμακυῖαι, 17, 741 ἀζηχὴς ὀρυμαγδός, 15, 658 ἀζηχὲς γὰρ ὁμόκλεον ἀλλήλοισιν, 15, 25 ἐμὲ δ' οὐδ' ὧς θυμὸν ἀνίει ἀζηχὴς ὀδύνη, Odyss. 18, 3 μετὰ δ' ἔπρεπε γαστέρι μάργῃ ἀζηχὲς φαγέμεν καὶ πιέμεν; – Ap. Rh. 2, 99 κορύναι, dürr u. hart. Bei sp. D. nur: unausgesetzt.

Greek (Liddell-Scott)

ἀζηχής: -ές, ἄπαυστος, ὑπερβολικός˙ ὀδύνη, Ἰλ. Ο. 25, ὁρυμαγδός, Ρ. 714˙ οὐδ’ ὡς ἐπίρρ. ἀζηχὲς φαγέμεν καὶ πιέμεν, Ὀδ. Σ. 3. [ὄϊες] ἀζ. μεμακυῖαι, Ἰλ. Δ. 435. ΙΙ. τραχύς, σκληρός· κορύνη, Ἀπολλ. Ρόδ. 2. 99· θυμός, ἄλλη γραφ. Ἰλ. Ο. 25, πρβλ. Λοβ. Αἴ. 648. (Ἐπ. λέξις ἴσως παλαιὸς διαλεκτ. τύπος ἀντὶ τοῦ ἀδιεχὴς (α ἀθροιστ.) ἴδε ἐν: ζα-).

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
1 au bruit incessant ; adv. • ἀζηχές avec un bruit incessant;
2 p. ext. sans relâche, incessant.
Étymologie: p. *ἀ-δι-ηχής, de ἀ, διά, ἠχέω.

English (Autenrieth)

ές: unceasing, incessant; adverbial ἀζηχές.

Spanish (DGE)

-ές

• Alolema(s): ἀζαχής Hsch.; ἀζεχής Hsch.

• Grafía: prob. graf. ἀσηχής SB 11856.15 (VI d.C.)
1 incesante, continuo ὀδύνη Il.15.25, ὀρυμαγδός Il.17.741, σκότος Orph.Fr.105, ἀλγηδόνας ἀσηχῆς (sic) SB l.c.
neutr. como adv. continua, incesantemente ἀζηχὲς φαγέμεν καὶ πιέμεν Od.18.3, (ὄϊες) ἀ. μεμακυῖαι Il.4.435, cf. h.Cer.468, Opp.H.3.129, Hsch., Sud.
2 interpretado como duro κορύνη A.R.2.99, Hsch.
difícil, fuerte Hsch.

• Etimología: De *ἀ-δια-εχής, c. elisión de la -α- (ἀδιεχής > ἀζεχής) o c. contracción (ἀζηχής).

Greek Monotonic

ἀζηχής: -ές, ακατάπαυστος, υπερβολικός, υπέρμετρος, σε Ομήρ. Ιλ.· ουδ. ως επίρρ., ἀζηχὲς φαγέμεν καὶ πιέμεν, σε Ομήρ. Οδ.· ὄϊες ἀζηχεῖς μεμακυῖαι, σε Ομήρ. Ιλ. (Επικ. λέξη· πιθ. παλαιός διαλεκτικός τύπος αντί ἀ-διεχὴς ( αθροιστικό και διέχω), βλ. ζα-.

Russian (Dvoretsky)

ἀζηχής: непрерывный, беспрестанный, непрекращающийся (ὀδύνη, ὀρυμαγδός Hom.).

Etymological

Grammatical information: adj.
Meaning: ἄπαυστος, συνεχής, unceasing (?), of noise, pain (Il.).
Derivatives: In H. also ἀζαχές und ἀζεχές ἀδιάλειπτον. Suidas ἀζηχές ἀδιεχές.
Origin: IE [Indo-European]X [probably] Gr
Etymology: Prob. for *ἀζαεχής, which can be read in all places in Homer, from *ἀ-δια-εχής (cf. συνεχής) Schulze Q. 471, Bechtel Lex. But the contraction should give α, not η; so DELG suggests influence of ηχή and compounds like δυσηχής. But the meaning is strange; Bechtel: der ohne Einhalt etwas tut; I think it would mean nicht durhaltend, cf. διέχω hold fast.

Middle Liddell

[epic word, perhaps an old dialectic form for ἀδιεχής, α copulat.,at, διέχω, v. sub ζα-.]
unceasing, excessive, Il.; neut. as adv., ἀζηχὲς φαγέμεν καὶ πιέμεν Od.; ὄϊες ἀζ. μεμακυῖαι Il.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ἀζηχής -ές, adv. acc. n. sing. ἀζηχές onophoudelijk.