Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀζαλέος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἀζᾰλέος Medium diacritics: ἀζαλέος Low diacritics: αζαλέος Capitals: ΑΖΑΛΕΟΣ
Transliteration A: azaléos Transliteration B: azaleos Transliteration C: azaleos Beta Code: a)zale/os

English (LSJ)

α, ον,

   A dry, parched, οὖρος Il.20.491; ὕλη Od.9.234, etc.; βῶν ἀζαλέην dry bull's-hide, Il.7.239; ἀ. γῆρας withered, sapless, IG 14.1389 i 12, Plu.2.789c.    2 metaph., harsh, cruel, AP5.237 (Maced.).    II Act., parching, scorching, Σείριος Hes.Sc.153, cf. A.R.4.679; of love, μανίαι Ibyc.1.9; of thirst, Nic.Th.339.—Poet. word.    III ἀζαλέα, ἡ, = ψίλωθρον, Gloss.

German (Pape)

[Seite 43] trocken, dürr, δρῦς Il. 11, 494, ὕλη Od. 9, 234; βῶν ἀζαλέην, Schild, Iliad. 7, 239; οὔρεος ἀζαλέοιο, wasserlos, 20, 491; θέρος, Anyt. 3 (Plan. 291); oft bei sp. D.; – ausdörrend. Σείριος Hes. Sc. 152; ἥλιος Ap. Rh. 4, 679; Ibyc. μανίαι Κύπριδος ἀζ. frg. 1; δίψα Nic. Th. 338; γῆρας p. bei Plut. an sen. 9; ἄρης, der harte, grausame, Maced. 12 (V, 238).

Greek (Liddell-Scott)

ἀζᾰλέος: -α, -ον, ξηρός, ἀπεξηραμμένος, οὖρος Ἰλ. Υ. 491˙ ὕλη, Ὀδ. Ι. 234 κτλ.˙ βῶν ἀζαλέην, ξηρὰν δορὰν βοός, Ἰλ. Η. 239: - ἀζ. γῆρας, ἀπεξηραμμένον, ἄνευ ἰκμάδος, Ἐπιτάφ. ἐν Συλλ. Ἐπιγρ. 6280, 12. Πλούτ. 2. 789Β. 2) μεταφ. ξηρός, τραχύς, σκληρός, ὡς τὸ ἄτεγκτος, Ἀνθ. Π. 5. 238. ἴδε Λοβ. Αἴ. 648. ΙΙ. ἐνεργ. ὁ ξηραίνων, καταξηραίνων, Σείριος, Ἡσ. Ἀσπ. 153. πρβλ. Ἀπολλ. Ρόδ. 4. 679. ἐπὶ ἔρωτος˙ μανίαι, Ἴβυκ. 1: - ποιητ. λέξις.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
sec, aride, desséché.
Étymologie: ἄζω.

Spanish (DGE)

(ἀζᾰλέος) -α, -ον
I 1seco, agostado, reseco οὖρος Il.20.491, ὕλη Od.9.234, ἄρουρα Nonn.D.13.375, χείλεα Nonn.D.43.31, μήτηρ en un acertijo ref. a la madera seca de encina Hes.Fr.266c
fig. duro, seco, cruel γῆρας Marc.Sid. en IUrb.Rom.1155.12, Plu.2.789c, Ἄρης AP 5.238 (Maced.).
2 curtido de pieles βῶν Il.7.239, ἱμάντας A.R.2.53, ῥινοὺς βοῶν A.R.2.59.
II que seca, ardoroso Σείριος Hes.Sc.153, μανίαι Ibyc.5.10, δίψη Nic.Th.339.
III subst. ἡ ἀζαλέα azalea planta usada en el curtido de pieles azelia silotrum (l. ψίλωθρον) Gloss.3.597 (cj. en Index).

• Etimología: Cf. ἄζα.

Greek Monotonic

ἀζᾰλέος: -α, -ον (ἄζω),
I. 1. ξηρός, αποξηραμένος, σε Όμηρ.· βῶν ἀζαλέην, ξηρό δέρμα βοδιού, σε Ομήρ. Ιλ.
2. μεταφ., ξηρός, τραχύς, σκληρός, σε Ανθ.
II. Ενεργ. αυτός που ξηραίνει, καίει, φλογερός, θερμός, καυτερός, ζεματιστός· Σείριος, σε Ησίοδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀζᾰλέος:
1) сухой, высохший (δρῦς, ὕλη Hom.): βοῦς ἀζαλέη Hom. щит, обтянутый просушенной бычачьей кожей; ἀζαλέον γῆρας Plut. высохшая старость, т. е. дряхлость;
2) сухой, безводный (οὖρος Hom.);
3) иссушающий, палящий, знойный (Σείριος Hes.);
4) сжигающий, испепеляющий, беспощадный (Ἄρης Anth.).

Middle Liddell

[ἄζω]
I. dry, parched, Hom.; βῶν ἀζαλέην the dry bull's-hide, Il.
2. metaph. dry, harsh, Anth.
II. act. parching, scorching, Σείριος Hes.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ἀζαλέος -η -ον ἄζα droog, verdord.