Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμβροσία

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀμβροσία Medium diacritics: ἀμβροσία Low diacritics: αμβροσία Capitals: ΑΜΒΡΟΣΙΑ
Transliteration A: ambrosía Transliteration B: ambrosia Transliteration C: amvrosia Beta Code: a)mbrosi/a

English (LSJ)

Ion. -ιη, ἡ, A immortality, rarein general sense, σώματος ἀ. Epigr.Gr.338 (Cyzicus); usu. elixir of life, as used by gods for food, Od.5.93, etc.; as perfume, 4.445; as unguent, Il.14.170, cf. 16.680; as pasture for horses, 5.777; coupled with νέκταρ (q. v.), the two distinguished as food and drink, Od.5.93 (later reversed, . being drunk, Sapph.51, Ar.Eq.1095, Anaxandr.57), cf. Pi.O.1.62, P.9.63, Arist.Metaph.1000a12, A. R.4.871, Theoc.15.108; βολβοφακῆ δ'ἴσον ἀμβροσίῃ ψύχους κρυοέντος Chrysipp.Stoic.3.178; allegorically expl. as vapour, Democr.25. 2 in religious rites, mixture of water, oil, and various fruits, Anticl.13. 3 Medic., name for antidote, Zopyr. ap. Cels.5.23, Gal.14.149; also of an external emollient, Aeumc;t.14.2. 4 ambrose, Ambrosia maritima, Dsc.3.114. b Corinthian, = κρίνον, Nic.Fr.126. c = ἀείζωον μέγα, Dsc.4.88. d vine whose grapes were eaten, Plin.HN14.40. B Ἀμβροσία, ἡ, a festival of Bacchus, EM564.13.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 119] ἡ (substantivirtes fem. von ἀμβρόσιος, scil. ἐδωδή), Ambrosia, die Speise der Götter, Od. 5, 199 τῇ δὲ (der Kalypso) παρ' ἀμβροσίην καὶ νέκταρ ἔθηκαν; 93 θεὰ παρέθηκε τράπεζαν ἀμβροσίης πλήσασα, κέρασσε δὲ νέκταρ ἐρυθρόν, für Hermes; Odysseus ißt keine Ambrosia, 196 s.; aber dem Achill wird Ambrosia eingeflößt Iliad. 19, 347 (Zeus spricht zur Athene) ἀλλ' ἴθι οἱ νέκταρ τε καὶ ἀμβροσίην ἐρατεινὴν στάξον ἐνὶ στήθεσσ', ἵνα μή μιν λιμὸς ἵκηται, 353 ἡ δ' Ἀχιλῆι νέκταρ ἐνὶ στήθεσσι καὶ ἀμβροσίην ἐρατεινην στάξ', ἵνα μή μιν λιμὸς ἀτερπὴς γούναθ' ἵκοιτο; 19, 38 Πατρόκλῳ δ' αὖτ' ἀμβροσίην καὶ νέκταρ ἐρυθρὸν στάξε (Thetis) κατὰ ῥινῶν, ἵνα οἱ χρὼς ἔμπεδος εἴη; gegen den Geruch der Robben schützt Eidothea den Menelaos u. seine Leute Od. 4, 445 ἀμβροσίην ὑπὸ ῥῖνα ἑκάστῳ θῆκε φέρουσα ἡδὺ μάλα πνείουσαν, ὄλεσσε δὲ κήτεος ὀδμήν; zum Waschen gebraucht Hera die A. Iliad. 14, 170 ἀμβροσίῃ μὲν πρῶτον ἀπὸ χροὸς ἱμερόεντος λύματα πάντα κάθηρεν, ἀλείψατο δὲ λίπ' ἐλαίῳ ἀμβροσίῳ ἑδανῷ, τό ῥά οἱ τεθυωμένον ἦεν; also das ἀμβρόσιον ἔλαιον ist verschieden von der Ambrosia, letztere dient nur als Seife; aber des Sarpedon Leichnam wird mit Ambrosia gesalbt Iliad. 16, 670. 680 λοῦσον (λοῦσεν) ποταμοῖο ῥοῇσιν χρῖσόν (χρῖσέν) τ' ἀμβροσίῃ; von gutem Weine sagt der Cyclop Od. 9, 359 ἀλλὰ τόδ' ἀμβροσίης καὶ νέκταρός ἐστιν ἀπορρώξ; den Pferden der Hera schafft der Simoeis Ambrosia zum Futter Iliad. 5, 777 τοῖσιν δ' ἀμβροσίην Σιμόεις ἀνέτειλε νέμεσθαι; dem Zeus bringen sie Tauben durch die Plankten fliegend Od. 12, 63 πέλειαι τρήρωνες, ταί τ' ἀμβροσίην Διὶ τατρὶ φέρουσιν; – Alkman, Sappho, Anaxandrides nannten die Götterspeise Nektar, den Trank Ambrosia, Athen. 2, 39 a; der Grund ist das Mißverstehen von Iliad. 14, 170; Aristonic. Scholl. daselbst ἡ διπλῆ, ὅτι ἐκ τούτου τοῦ τόπου πλανηθέντες τινὲς ὑπέλαβον τὴν ἀμβροσίαν εἶναι ὑγρὰν τροφήν, ders. 19, 39 νέκταρ καὶ ἀμβροσίην στάξε κατὰ ῥινῶν: συλληπτικῶς ἐπὶ τῆς ἀμβροσίας, 348 νέκταρ τε καὶ ἀμβροσίην στάξον ἐνὶ στήθεσσι:διπλῆ, ὅτι κατ' ἀμφοτέρων τὸ στάξον, τῆς ἀμβροσίας καὶ τοῦ νέκταρος· ἡ γὰρ ἀμβροσία ἐστὶ ξηρὰ τροφή; – Pind. Ol. 1, 62 ἁλίκεσσι συμπόταις νέκταρ ἀμβροσίαν τε δῶκεν; ἀμβροσίην στάζειν Philod. 18 (5, 13). – Nach Ath. XI, 473 b eine Michung von ὕδωρ ἀκραιφνές, ἔλαιον, παγκαρπία, verschiedenen Früchten). – Übertr. ἀμβροσίαν λόγων κατεσκέδασέ μου Luc. Nigr. 3. – Bei den Aerzten ein Trank, auch ein Pflaster.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμβροσία: Ἰων. -ίη, ἡ: (ἴδε ἐν τέλ.).

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
ambroisie :
1 nourriture des dieux ; nourriture des chevaux d’Héra;
2 parfum des dieux.
Étymologie: fém. de ἀμβρόσιος, s.e. ἐδωδή.

English (Slater)

ἀμβροσία
   1 ambrosia, food of the gods. νέκταρ ἀμβροσίαν τε δῶκεν, οἷσιν ἄφθιτον θέν νιν (O. 1.62) “νέκταρ ἐν χείλεσσι καὶ ἀμβροσίαν στάξοισι, θήσονταί τε νιν ἀθάνατον” (P. 9.63) ἀ]μβροσία[ P. Oxy. 841. 46.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ
• Alolema(s): ép. jón. -ίη Il.14.170; -ύη IEphesos 555 (II d.C.)
I 1ambrosía paralelo divino del aceite perfumado humano, usada como perfume y en el aseo corporal ἀμβροσίῃ μὲν πρῶτον ἀπὸ χροὸς ... λύματα πάντα κάθηρεν, ἀλείψατο δὲ λίπ' ἐλαίῳ Il.14.170, ἀμβροσίας ὀσδόμενοι Alc.296b.4, cf. Ar.Eq.1095
para neutralizar malos olores Od.4.445, Sch.Od.4.445
tb. para mantener incorrupto un cadáver Il.16.680, 19.38, para animar las mejillas de un cadáver, Statius Theb.12.139
como medicina fabulosa, Verg.Aen.12.419
como fuente de inmortalidad, Hes.Fr.23(a).22, h.Cer.237, A.R.4.871, Arist.Metaph.1000a12, Theoc.15.108
como comida o bebida de los dioses, frec. unida a νέκταρ, paralelo divino del vino humano τράπεζαν ἀμβροσίης πλήσασα, κέρασσε δὲ νέκταρ ἐρυθρόν. αὐτὰρ ὁ πῖνε καὶ ἦσθε Od.5.93, οὐδέ ποτ' ἀμβροσίης καὶ νέκταρος ἡδυπότοιο h.Cer.49, cf. h.Merc.248, Hes.Th.640, 796, Sapph.141.1, νέκταρ ἀμβροσίαν τε δῶκεν Pi.O.1.62, cf. P.9.63, Pherecyd.Syr.B 13a, Alc.115 b.3, εἰωθυῖ' ἀεὶ παρὰ τοῖς θεοῖσιν ἀμβροσίαν λείχειν ἄνω Ar.Pax 854, cf. Anaxandr.57, Luc.Icar.27, DDeor.24, Nonn.D.18.34, Cat.99.2, Varro Sat.Men.417, Lucr.6.971, Hsch.
como alimento humano, fuente de sabiduría, Luc.Nigr.38
como alimento de los caballos de Hera Il.5.777, de los caballos del Sol, Ou.Met.4.215, de los leones de Rea, Nonn.D.25.379, de las almas perfectas que comparten la vida de los dioses, Pl.Phdr.247e, IEphesos 555 (II a.C.)
explicado como ἀτμίδας αἷς ὁ ἥλιος τρέφεται Democr.B 25.
2 inmortalidad σώματος GVI 1764.3 (Cízico I/II a.C.).
II bot. n. de ciertas plantas olorosas
1 de un tipo de lirio Nic.Fr.74.28.
2 biengranada, Chenopodium botrys L., Dsc.3.114.
3 ambrosía marítima, Botrys artemisia L. o Ambrosia marítima L., Plin.HN 27.28, 55.
4 siempreviva arbórea, Sempervivum arboreum L., Dsc.4.88, Plin.HN 25.160.
5 apio silvestre, Apium graveolens L., Isid.Etym.17.9.80.
III 1mezcla de agua, aceite y frutos usada en ciertos ritos, Anticl.22.
2 cierto medicamento Gal.14.149, Aët.14.2
antídoto Zopyr. en Cels.5.23.2.

Greek Monolingual

η (Α ἀμβροσία)
η τροφή τών αρχαίων θεών
νεοελλ.
κάθε εξαιρετικά εύγευστο φαγητό ή ποτό
αρχ.
1. αθανασία (σπάνια σε γενική σημασία)
2. ως άρωμα
3. ως αλοιφή
4. ως τροφή τών αλόγων της Ήρας
5. ως ποτό αντί του νέκταρος
6. (αλληγορικά) ως ατμός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Θηλ. του επιθ. ἀμβρόσιος με χρήση ουσιαστικού.
ΠΑΡ. ἀμβροσιώδης.
ΣΥΝΘ. αρχ. ἀμβροσίοδμος, ἀμβροσιοδότης.

Greek Monotonic

ἀμβροσία: Ιων. -ίη, (ἄμβροτος), αμβροσία (δηλ. αθανασία), η τροφή των θεών, σε Όμηρ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἀμβροσία: эп. ἀμβροσίη ἡ амброзия, «бессмертие» (пища и благовонное притирание богов Hom., Arst.; у Sappho - напиток богов).