Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνεπιστημοσύνη

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: ἀνεπιστημοσύνη Medium diacritics: ἀνεπιστημοσύνη Low diacritics: ανεπιστημοσύνη Capitals: ΑΝΕΠΙΣΤΗΜΟΣΥΝΗ
Transliteration A: anepistēmosýnē Transliteration B: anepistēmosynē Transliteration C: anepistimosyni Beta Code: a)nepisthmosu/nh

English (LSJ)

ἡ,

   A want of knowledge, ignorance, unskilfulness, Th.5.7; of bees, Arist.HA626b4; τινός Pl.R.560b: want of science, opp. ἐπιστήμη, ib.350a,al., Plot.6.1.10: pl., X.Oec.20.21; of κακία, Chrysipp.Stoic. 3.60.

German (Pape)

[Seite 225] ἡ, Unwissenheit, Ggstz ἐπιστήμη, oft Plat., z. B. Charm. 170 a; Unkunde, Thuc. 5, 7; Plat. Theaet. 157 b; Ggstz σοφία Xen. Mem. 3, 9, 6.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνεπιστημοσύνη: ἡ, ἡ ἔλλειψις γνώσεως ἢ ἐμπειρίας, Θουκ. 5. 7, ἐπὶ μελισσῶν, τὸ δὲ γένος τὸ τῶν μελιττῶν ὃ ... τραχέα τὰ κηρία ἐργάζεται ... δι’ ἀνεπιστημοσύνην Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 9. 4, 40· τινὸς Πλάτ. Πολ. 560Α: ἔλλειψις ἐπιστήμης, Πλάτ. Πολ. 350Α, Θεαίτ. 200Β, Χαρμ. 169Β, κἑξ.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
ignorance.
Étymologie: ἀνεπιστήμων.

Spanish (DGE)

-ης, ἡ
1 desconocimiento, ignorancia πρὸς οἵαν ἐμπειρίαν ... μετὰ οἵας ἀνεπιστημοσύνης frente a qué arte militar ... con qué impericia Th.5.7, op. σοφία X.Mem.3.9.6, τὰ οὖν συντρίβοντα τοὺς οἴκους πολὺ μᾶλλον ... ἢ αἱ λίαν ἀνεπιστημοσύναι lo que arruina las haciendas mucho más que la falta de conocimientos X.Oec.20.21, αἴτιον δὲ τῆς ἀνεπιστημοσύνης ... ἡ σάρξ Ph.1.266
c. gen. desconocimiento τροφῆς Pl.R.560b, ὑγιεινοῦ Pl.Chrm.170a, παιδείας Ph.1.358
de abejas jóvenes falta de experiencia Arist.HA 626b4.
2 carencia de conocimiento científico op. ἐπιστήμη Pl.R.350a, Tht.199e, X.Oec.20.2, Plot.6.1.10, Chrysipp.Stoic.3.60, cf. Pl.Tht.157b.

Greek Monolingual

η (Α ἀνεπιστημοσύνη)
έλλειψη επιστημοσύνης, γνώσης ή εμπειρίας
αρχ.
ανυπαρξία επιστήμης.

Greek Monotonic

ἀνεπιστημοσύνη: ἡ, έλλειψη γνώσης, άγνοια, ανικανότητα, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἀνεπιστημοσύνη: ἡ тж. pl. незнание, неведение, невежественность Thuc., Xen., Plat., Arst.

Middle Liddell

[From ἀνεπιστήμων
want of knowledge, ignorance, unskilfulness, Thuc.