Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐκκενόω

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10
Full diacritics: ἐκκενόω Medium diacritics: ἐκκενόω Low diacritics: εκκενόω Capitals: ΕΚΚΕΝΟΩ
Transliteration A: ekkenóō Transliteration B: ekkenoō Transliteration C: ekkenoo Beta Code: e)kkeno/w

English (LSJ)

poet. ἐκκεινόω,

   A empty out, leave desolate, ἄστυ Σούσων ἐξεκείνωσεν A.Pers.761, cf. LXXPs.136(137).7 ; clear out, οἴκημα Pl. Prt.315d ; στωμυλίαν ἢ 'ξεκένωσε τὰς παλαίστρας Ar.Ra.1070 ; ἐ. θυμὸν ἐς σχεδίαν γέροντος pour out one's spirit into Charon's boat, i.e. give up the ghost, Theoc.16.40 ; χολῆς περισσὸν..ἐ. τῶν ἐγκάτων App.Anth.3.158 ; ἐ. ἰούς to shoot all one's arrows, AP6.326 (Leon.):— Pass., to be left desolate, στένει γαῖ' Ἀσὶς ἐκκενουμένα A.Pers.549(lyr.), cf. Th.330 (lyr.); Ἀττικὴ τῆς τῶν ἀνθρώπων ἀγέλης ἐκκενωθεῖσα Philostr.VS1.16.1 ; Μοιράων..μίτος ἐξεκενώθη was exhausted, spun out, IG14.2002.    2 unsheath, μάχαιραν LXXEz.5.2.    3 clear away, πέτρας Sammelb.4368.

German (Pape)

[Seite 762] ganz ausleeren, entleeren; οἴκημα Plat. Prot. 315 b; ἄστυ ἐξεκείνωσεν, verwüsten, Aesch. Pers. 747; ἐκκενουμένα πόλις, γαῖα, Spt. 312 Pers. 541; τείχη Agath. 62 (IX, 155); ἰούς, verschießen, Leon. Al. 11 (VI, 326); ἐκκενοῦν θυμὸν ἐς σχεδίην στυγεροῖο γέροντος, den Geist in Charons Nachen ausladen, ihn aufgeben, Theocr. 16, 40.

Greek (Liddell-Scott)

ἐκκενόω: ποιητ. ἐκκεινόω, κενώνω, ἀδειάζω, ἀφίνω ἔρημον, ἄστυ Σούσων ἐξεκείνωσεν Αἰσχύλ. Πέρσ. 761, πρβλ. Πλάτ. Πρωτ. 31D· ἐπεὶ γλυκὺν ἐξεκένωσαν θυμὸν ἐς... σχεδίαν στυγνοῦ Ἀχέροντος (κατ’ ἄλλους στυγνοῖο γέροντος), ἀφοῦ ἐξεκένωσαν, δηλ. παρέδωσαν τὸ πνεῦμα εἰς τὸ πορθμεῖον τοῦ Χάρωνος, Θεόκρ. 16. 40· χολὴν, ἐκκενοῦν τῶν ἐγκάτων Ἀνθ. Π. παράρτ. 304· ἰοὺς γὰρ πλήθοντας ἀεὶ … ἐξεκένωσ’ ἐλάφοις Ἀνθ. Π. 6. 326: ― Παθ., ἐρημοῦμαι, ἐγκαταλείπομαι, στένει γάρ, Ἀσιὰς ἐκκενουμένα Αἰσχύλ. Πέρσ. 549, πρβλ. Θήβ. 330· Μοιράων... μίτος ἐξεκενώθη, ἐξηντλήθη, ἐτελείωσεν, Ἐπιγράμμ. Ἑλλ. 646α.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
vider, évacuer ; dévaster, dépeupler (une ville, un pays) acc..
Étymologie: ἐκ, κενόω.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): ἐκκειν- A.Pers.761
A tr.
I c. ac. del continente
1 vaciar, dejar vacío, de lugares dejar desierto τόδ' ἄστυ Σούσων ἐξεκείνωσεν A.Pers.761, τάς τε παλαίστρας Ar.Ra.1070, τοῦτο (οἴκημα) Pl.Prt.315d, θησαυροὺς μεγάλους ἐξεκένωσε D.C.59.2.5, en v. pas., c. gen. ἡ Ἀττικὴ ... τῆς τῶν ἀνθρώπων ἀγέλης ἐκκενωθεῖσα Philostr.VS 501, cf. Lib.Decl.40.22
abs. devastar, asolar la ciu. de Jerusalén ἐκκενοῦτε, ἐκκενοῦτε, ἕως ὁ θεμέλιος ἐν αὐτῇ LXX Ps.136.7, cf. quizá en v. pas. LXX Da.9.25θ (pero v. ἐκκαινόω)
de una embarcación descargar ἣν ἐξεκενώσαμεν πρὸς τῷ ... Σαραπιείῳ PRyl.576.3 (III a.C.), en v. pas. ἀπόδειξις ἐκκενωθέντων recibo de mercancías descargadas, PKell.G.96.68 (IV d.C.)
de frutos quitar la pulpa σικυωνίην μέσην διαταμών, ἐκκενώσας Hp.Loc.Hom.47
de recipientes para líquidos vaciar τὴν ὑδρίαν εἰς τὸ ποτιστήριον LXX Ge.24.20, τὸν φακόν PMonac.57.15 (II a.C.), (τὸν πίθον) Them.Or.6.79c, τὸ κοινὸν ῥεῖθρον Str.4.6.7, en v. pas. μετρήσαντες οὖν τὸν ἐκκεκενωμένον τόπον Hero Metr.2.20.
2 fig., c. compl. de pers. dejar vacío, solo μητέρας ἐξεκένωσεν por haberse quedado sin hijos, Call.Fr.26.14.
II c. ac. del contenido
1 sacar del todo, extraer μάχαιραν ἐκκενοῦν desenvainar la espada LXX Ez.5.2, 12, joyas de una caja PRyl.125.24 (I d.C.), piedras de una cantera IMEG 117 (I d.C.), c. dat. ἰοὺς ... γὰρ πλήθοντας ... φαρέτρης ... ἐξεκένωσ' ἐλάφοις vació contra los ciervos las flechas que llenaban su carcaj, AP 6.326 (Leon.), en v. pas. τὰ ἐκκενωθέντα τότε σιτάρια PFlor.184.15 (III d.C.)
de líquidos derramar ἕτοιμος ... ἐκκενοῦν ἀθῶον αἷμα Ath.Al.H.Ar.44.1, en v. pas. μύρον ἐκκενωθὲν ὄνομά σου perfume derramado es tu nombre LXX Ca.1.3
medic. y vet. evacuar, hacer salir αἷμα Hp.Mul.1.74, τὸ περιττόν Gal.1.644, cf. 8.371, Alex.Aphr.Pr.1.21, τὰ κόπρια Hippiatr.8.9, c. διά y gen. ἐκκενοῖ τὴν χολὴν δι' ἐμέτων Gal.15.746, cf. Orib.Eup.4.116.19, c. gen. de separación τὸ λουτρὸν ... χολῆς περισσὸν ἐκκενοῖ τῶν ἐγκάτων App.Anth.3.158, en v. pas. τὸ θερμὸν μετὰ τοῦ ἰχῶρος Hp.Hebd.28, τὸ πνεῦμα Chrysipp.Stoic.2.246, Gal.3.447, τὰ σιτία Alex.Trall.2.441.20.
2 expulsar ref. al hálito vital exhalar ἐπεὶ γλυκὺν ἐξεκένωσαν θυμὸν ἐς εὐρεῖαν σχεδίαν στυγνοῖο γέροντος Theoc.16.40.
3 fig., c. compl. de pers. aliviar, desahogar τοὺς ἀλγοῦντας ... ἐξεκένωσεν Ach.Tat.3.11.1
c. compl. de abstr. amortiguar τὰς πληγάς I.BI 3.223.
B intr., gener. en v. med.-pas.
1 quedarse vacío de tierra, ciu. quedarse deshabitada βοᾷ δ' ἐκκενουμένα πόλις grita la ciudad que se despuebla A.Th.330, γαῖ' Ἀσὶς ἐκκενουμένα A.Pers.549
medic., ref. a órganos vaciarse, evacuar humores, c. dat. ὁ ἐγκέφαλος ... κοιλίας ἔχει μεγάλας κατάντεσι πόροις ἐκκενουμένας Gal.11.276.
2 fig., c. suj. abstr. agotarse, acabarse Μοιράων ὁ τριπλοῦς μίτος ἐξεκενώθη en un epitafio IUrb.Rom.1329 (II/III d.C.), ἥ τε ὁρμὴ ἄμετρος καὶ προπετὴς ... ἐκκενοῦται ῥᾳδίως D.C.38.45.5.

Greek Monotonic

ἐκκενόω: ποιητ. ἐκ-κεινόω, μέλ. -ώσω, αδειάζω, αφήνω κάτι έρημο, σε Αισχύλ.· ἐκκενοῦν θυμὸνἐς σχεδίαν γέροντος, παραδίδω το πνεύμα μου μέσα στο πλοιάριο του Χάροντα, δηλ. παραδίδω την ψυχή μου, σε Θεόκρ.· ἐκκ. ἰούς, ρίχνω όλα τα βέλη μου, σε Ανθ. — Παθ., εγκαταλείπομαι, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

ἐκκενόω: редко Aesch. ἐκκεινόω
1) делать пустым, очищать (от людей) (παλαίστρας Arph.; οἴκημα Plat.);
2) опустошать (ἄστυ и γαῖ᾽ Ἀσὶς ἐκκενουμένα Aesch.);
3) расходовать полностью (ἰούς Anth.): ἐκκενῶσαι θυμόν Theocr. испустить дух, умереть.

Middle Liddell

poet. ἐκ-κεινόω fut. ώσω
to empty out, leave desolate, Aesch.; ἐκκενοῦν θυμὸν ἐς σχεδίαν γέροντος to pour out one's spirit into Charon's boat, i. e. give up the ghost, Theocr.; ἐκκ. ἰούς to shoot all one's arrows, Anth.:—Pass. to be left desolate, Aesch.