Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐνστατικός

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐνστᾰτικός Medium diacritics: ἐνστατικός Low diacritics: ενστατικός Capitals: ΕΝΣΤΑΤΙΚΟΣ
Transliteration A: enstatikós Transliteration B: enstatikos Transliteration C: enstatikos Beta Code: e)nstatiko/s

English (LSJ)

ή, όν, A setting oneself in the way, stubborn, savage, of beasts, Arist.HA488b13. II opposing, checking, Plu.2.975a; ἐ. ταύτης τῆς ὁδοῦ hindering from this course, M.Ant.5.20. Adv. -κῶς, gloss on διασταδόν, Sch.Opp.H.1.502. III able to find objections, Arist.Top.164b3, Cael.294b11; controversial, ἐνέργεια Procl.in Prm.p.502S.; addicted to controversy, Id.in Alc.p.23C.; οἱ ἐνστατικοί Grammarians who started difficulties in Homer, opp. λυτικοί or ἐπιλυτικοί, Eust.1166 fin.: -κόν, τό, Hermog.Inv.3.6. Adv. -κῶς ibid.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 852] ή, όν, 1) sich entgegenstellend, sich zur Wehre setzend, wie Arist. H. A. 1, 1 die Thiere eintheilt in πρᾷα καὶ δύσθυμα καὶ οὐκ ἐνστατικά u. θυμώδη καὶ ἐνστατικά; a. Sp. – 2) hindernd, abhaltend, τῆς ὁδοῦ, vom Wege, M. Anton. 5, 20; Schwierigkeiten, Einwürfe, Instanzen machend, Arist. u. Rhett.; dah. von Grammatikern, die gegen homerische Stellen Schwierigkeiten erhoben, Ggstz λυτικοί od. ἐπιλυτικοί; vgl. Wolf Proleg. CXLV u. Lehrs Aristarch. p. 205. – Adv. ἐνστατικῶς, Rhett.

Greek (Liddell-Scott)

ἐνστᾰτικός: -η, -ον, Λατ. qui instat, ὁ ἐνιστάμενος, θυμώδης, ἄγριος, ἐπὶ ζῴων, ἐν ἀντιθ. πρὸς τὸ πρᾶος, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 1. 1, 32. ΙΙ. ἐναντιούμενος, ἐμποδίζων, Πλούτ. 2. 975Α· ἐνστ. τῆς ὁδοῦ Μ. Ἀντων. 5. 20. ΙΙΙ. ἱκανὸς εἰς τὸ εὑρίσκειν ἐνστάσεις, Ἀριστ. Τοπ. 8. 14, 9, π. Οὐρ. 2. 13, 15· οἱ ἐνστατικοί, οἱ γραμματικοί, οἱ ἐγείροντες ἐνστάσεις ἢ ἀντιλογίας κατὰ τοῦ Ὁμήρου· οἱ δὲ ἀνασκευάζοντες αὐτὰς ἐκαλοῦντο λυτικοὶ ἢ ἐπιλυτικοί, ἴδε Wolf. Proleg. σ. CXCV, Lehrs Ἀρίσταρχος 205. - Ἐπίρρ. -κῶς, «ἀνυπερθέτως» Ζωναρᾶς.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
qui se dresse contre, qui fait obstacle : τῆς ὁδοῦ M.ANT qui barre le chemin.
Étymologie: ἐνστάτης.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
I 1terco, obstinado, que ofrece resistencia de anim. y pers., Arist.HA 488b13, Cyr.Al.M.70.972B, Dam.Hist.Phil.32A
de abstr. de resistencia, resistente δύναμις ... ἐ. ... καὶ καρτερικὴ τῶν μελλόντων ... κινδύνων Eus.M.22.1013B
subst. τὸ ἐνστατικόν obstáculo τὸ τῆς ὁδοῦ ... ἐ. M.Ant.5.20.
2 adverso, contrario (ὀρνίθων) σχήματα op. φορά ‘favorable’, Plu.2.975a.
II lóg., ret. y rel. c. el lenguaje
1 de pers. capaz de encontrar objeciones Arist.Top.164b3, cf. Cael.294b11
subst. οἱ ἐνστατικοί los polemistas ref. gramáticos que discutían sobre dificultades del texto homérico, Eust.1166.56.
2 de abstr. que produce controversia τὴν ἐνστατικὴν ἐνέργειαν οὑτωσὶ καλῶν Procl.in Prm.p.658, ἐπίρρημα Simp.in Ph.1340.32
amigo de la controversia τὸ τοιοῦτον ἐνστατικόν ἐστι καὶ φιλόνεικον Procl.in Alc.23
subst. τὸ ἐνστατικόν objeción Hermog.Inu.3.6 (p.138).
III adv. -ῶς
1 con resistencia, con obstinación οὐδὲ τὸ πῦρ ἐστι φοβερὸν τοῖς ἐ. ... διακειμένοις Gr.Nyss.Mart.2.161.11, cf. Const.Ep. en Eus.HE 10.5.21, Eust.953.60, comp. ἐνστατικωτέρως ἔχει πρὸς τὸ ἴδιον θέλημα Ephr.Syr.1.261C.
2 oponiéndose, en competencia glos. a διασταδόν Sch.Opp.H.1.502.
3 ret. mediante objeción, presentando objeciones Hermog.Inu.3.6 (p.137), Sopat.Rh.Tract.163.28.

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM ἐνστατικός, -ή, -όν) ενστάτης
1. αυτός που συνηθίζει να υποβάλλει ενστάσεις
2. (το αρσ. πληθ. ως ουσ.)
οἱ ἐνστατικοί
οι γραμματικοί που αμφισβητούσαν τη γνησιότητα ομηρικών χωρίων
αρχ.-μσν.
(για ζώα) άγριος, ατίθασος
αρχ.
1. όποιος εναντιώνεται σε κάτι ή εμποδίζει κάτι
2. ο ικανός να υποβάλλει ενστάσεις.
επίρρ...
ένστατικῶς (AM)
άγρια, με μανία.

Russian (Dvoretsky)

ἐνστᾰτικός:
1) оказывающий сопротивление (ζῷα πρᾶα καὶ οὐκ ἐνστατικά Arst.);
2) встречный, препятствующий (πνεύματα Plut.);
3) выдвигающий частые возражения, придирчивый (ὁ διαλεκτικός Arst.): ἐ. διὰ τῶν ἐνστάσεων Arst. неистощимый в возражениях.