Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπίλοιπος

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10
Full diacritics: ἐπίλοιπος Medium diacritics: ἐπίλοιπος Low diacritics: επίλοιπος Capitals: ΕΠΙΛΟΙΠΟΣ
Transliteration A: epíloipos Transliteration B: epiloipos Transliteration C: epiloipos Beta Code: e)pi/loipos

English (LSJ)

ον,

   A still left, remaining, μῆνας ἑπτὰ τοὺς ἐπιλοίπους Καμβύσῃ ἐς τὰ ὀκτὼ ἔτεα τῆς πληρώσιος Hdt.3.67: freq. in pl., c. gen., αἱ ἐ. τῶν πολίων Id.6.33; τὰ ἐ. τοῦ λόγου Id.4.154; τἀπ. τῶν λόγων S. Ph.24, etc.; τἀπίλοιπ' ἄκουσον E.Tr.923, cf. Pl.Cra.397a; ἡ 'πίλοιπος ὁδός E.Ph.842; τί οὖν ἦν ἐπίλοιπον; And.1.87.    2. of Time, future, χρόνος Hdt.2.13, Pl.Lg.628a, etc.; ἁμέραι ἐ. Pi.O.1.33; βίος Antipho Fr.67, Lys.2.71, Pl.Lg.929e.

German (Pape)

[Seite 959] übrig gelassen, noch übrig, Pind. Ol. 1, 33; τἀπίλοιπα τῶν λόγων Soph. Phil. 24; τἀπίλοιπ' ἄκουσον Eur. Tr. 923, öfter; χρόνος, die noch übrige, folgende Zeit, Her. 3, 67, wie Plat. Legg. I, 628 a; τοῦ ἐπιλοίπου βίου Lys. 2, 71, wie Plat. Rep. VII, 540 b u. Folgde überall. Ueber das fem. ἐπιλοίπη s. Lobeck paralip. 472.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπίλοιπος: -ον, ὁ ὑπολειφθείς, ὑπόλοιπος, μένων, μῆνας ἑπτὰ τοὺς ἐπιλοίπους Καμβύσῃ ἐς τὰ ὀκτὼ ἔτεα τῆς πληρώσιος Ἡρόδ. 3. 67· τὸ πλεῖστον κατὰ πληθ. μετὰ γεν., αἱ ἐπ. τῶν πολίων 6. 33· τὰ ἐπ. τοῦ λόγου 4. 154· τἀπ. τῶν λόγων Σοφ. Φ. 24, κτλ.· τἀπίλοιπα Εὐρ. Τρῳ. 923· ἡ ’πίλοιπος ὁδὸς ὁ αὐτ. ἐν Φοιν. 842· τί οὖν ἐπίλοιπον; Ἀνδοκ. 12. 2. 2) ἐπὶ χρόνου, τὸ μέλλον, χρόνος Ἡρόδ. 2. 13, Πλάτ. Νόμοι 628Α, κτλ.· ἡμέραι ἐπ. Πινδ. Ο. 1. 53· βίος Ἀντιφῶν παρ’ Ἀθην. 525Β, Πλάτ. Νόμοι 929Ε.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui reste, restant : τἀπίλοιπα τῶν λόγων SOPH le reste des paroles ; χρόνος ἐπίλοιπος HDT temps à venir.
Étymologie: ἐπιλείπω.

English (Slater)

ἐπῐλοιπος, -ον
   1 future, to come ἁμέραι δ' ἐπίλοιποι μάρτυρες σοφώτατοι (O. 1.33)

English (Strong)

from ἐπί and λοιποί; left over, i.e. remaining: rest.

English (Thayer)

ἐπίλοιπον (λοιπός), remaining besides, left over (cf. ἐπί, D. 4): Sept.; Greek writings from Herodotus down.)

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἐπίλοιπος, -ον) επιλείπω
ο υπόλοιπος, αυτός που απομένει («ἐπὶ τὸ προκείμενον τῶν ἐπιλοίπων λόγων πάλιν ἐπαναστρέψαντες ἔλθωμεν τοῡ Ἀκρίτου», Διγ. Ακρ.)
αρχ.-μσν.
(για χρόνο) αυτός που πρόκειται να έλθει, μελλοντικός («εἰς τὸν ἐπίλοιπον χρόνον νόμους αὐτοῑς θείς», Πλάτ.).

Greek Monotonic

ἐπίλοιπος: -ον, 1. αυτός που έχει απομείνει, υπόλοιπος, σε Ηρόδ., Αττ.
2. λέγεται για χρόνο, αυτό που έρχεται, που πρόκειται να έρθει, το μέλλον, χρόνος, σε Ηρόδ., Πλάτ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἐπίλοιπος: остающийся, остальной, прочий (αἱ ἐπίλοιποι τῶν πολίων Her.): μῆνας ἑπτὰ τοὺς ἐπιλοίπους ἔς τι Her. в течение семи месяцев, остававшихся до чего-л.; τἀπίλοιπα (= τὰ ἐπίλοιπα) τῶν λόγων Soph. то, что осталось сказать; ἐνθένδε τἀπίλοιπ᾽ ἄκουσον ὡς ἔχει Eur. а теперь послушай, что случилось дальше; τὸν πάντα χρόνον τὸν ἐπίλοιπον Her. в течение всего последующего времени; βίος ἐ. Lys., Plat. остаток жизни.

Middle Liddell

ἐπί-λοιπος, ον
1. still left, remaining, Hdt., attic
2. of Time, to come, future, χρόνος Hdt., Plat., etc.

Chinese

原文音譯:™p⋯loipoj 誒披-睞坡士
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:在上-缺乏
字義溯源:餘下的,餘剩的,其餘的;由(ἐπί)*=在⋯上)與(λοιπός)=其餘的)組成;而 (λοιπός)出自(λείπω)*=缺少,留下)
出現次數:總共(1);彼前(1)
譯字彙編
1) 餘下的(1) 彼前4:2