Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἑτέρωσε

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ἑτέρωσε Medium diacritics: ἑτέρωσε Low diacritics: ετέρωσε Capitals: ΕΤΕΡΩΣΕ
Transliteration A: hetérōse Transliteration B: heterōse Transliteration C: eterose Beta Code: e(te/rwse

English (LSJ)

Adv.

   A to the other side, Il.4.492, Od.16.179; ἔνθεν μὲν... ἑ. δὲ . . Pl.Sph.224a; on one side, ἑ. κάρη βάλεν Il. 8.306, cf. Od.22.17.    2 in pregnant sense with certain Verbs, on the other side, οἱ δ' ἑ. καθῖζον Il.20.151; κἂν ἑ. πατάξῃ τις D.4.40.    II = ἄλλοσε, elsewhither, aside, ἑ. λιασθείς Il.23.231; κύνες ἑ. φόβηθεν Od.16.163, etc.; ἑ. τρέχων Ar.Ach.828; also εἰς ἑ. A.R.4.1315.    2 elsewhere, Luc. Charid.22.

German (Pape)

[Seite 1051] nach der andern Seite hin, ἀπὸ πυρκαϊῆς ἑτέρωσε λιασθείς Il. 23, 231; ταρβήσας δ' ἑτ. βάλ' ὄμματα Od. 16, 179; sp. D.; ἔνθεν μὲν ὠνηθεῖσαν, ἑτέρωσε δὲ ἀγομένην, dorthin, Plat. Soph. 224 a. Allgemeiner, anderswohin, Ar. Ach. 828; – εἰς ἑτέρωσε, Ap. Rh. 4, 1315.

Greek (Liddell-Scott)

ἑτέρωσε: Ἐπίρρ., πρὸς τὸ ἕτερον μέρος, Ἰλ. Δ. 492 Ὀδ. Π. 179· ἔνθεν μέν... ἑτ. δὲ... Πλάτ. Σοφιστ. 224Α: - πρὸς τὸ ἕτερον μέρος, ἑτ. κάρη βάλεν Ἰλ. Θ. 306, πρβλ. 308, Ν. 543, Ὀδ. Χ. 17. 2) βραχυλογικῶς μετὰ ῥημάτων στάσεως, ὡς εἰ αντὶ τοῦ ἑτέρωθι, ἐπὶ τοῦ ἑτέρου μέρους, οἱ δ’ ἑτ. καθῖζον Ἰλ. Υ. 151· κἄν ἑτ. πατάξῃς Δημ. 51. 27. ΙΙ. = ἄλλοσε, πρός ἄλλο μέρος, Ἰλ. Ψ. 231, Ὀδ. Π. 163, καὶ Ἀττ.· ἐτ. τρέχειν Ἀριστοφ. Ἀχ. 828· ὡσαύτως, εἰς ἑτ. Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 1315.

French (Bailly abrégé)

adv.
I. avec mouv.
1 vers l’autre côté;
2 sur l’un des deux côtés;
3 d’un autre côté;
II. sans mouv. de l’autre côté.
Étymologie: ἕτερος, -σε.

English (Autenrieth)

in the other direction, Il. 4.492, Od. 19.470; to one side, Il. 8.306, 308; in another direction, away, Il. 23.231, Od. 16.179.

Greek Monolingual

ἑτέρωσε (ΑΜ)
επίρρ. μσν. με άλλον τρόπο, αλλιώς
αρχ.
1. προς το άλλο μέροςἔνθεν μέν... ἑτέρωσε δέ», Πλάτ.)
2. (με ρήμ. κινήσεως) στο άλλο μέρος, απέναντι («οἱ δ' ἑτέρωσε καθῑζον», Ομ. Ιλ.)
3. προς άλλο μέρος, αλλούἑτέρωσε τρέχων», Αριστοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετέρως + επιρρ. κατάλ. -σε, πρβλ. άλλο-σε].

Greek Monotonic

ἑτέρωσε: (ἕτερος), επίρρ.:
I. 1. προς την άλλη πλευρά, στην άλλη μεριά, σε Όμηρ.· προς το ένα μέρος, προς τα εκεί, στον ίδ.
2. βραχυλογικά, με ρήματα στάσης, αντί ἑτέρωθι, στο άλλο μέρος, στην άλλη πλευρά, σε Ομήρ. Ιλ., Δημ.
II. ἄλλασε, προς κάποιο άλλο μέρος, σε Ομήρ. Ιλ., Όμηρ.

Russian (Dvoretsky)

ἑτέρωσε: adv.
1) в другое место, в другую сторону (лат. aliorsum) (ἑ. βάλλειν ὄμματα Hom.; τρέχειν Arph.): ἐκλίνθη ἑ. Hom. (раненый Антиной) упал на бок;
2) в другом месте, (где-л.) там (лат. alibi) (ἔνθεν μὲν … ἑ. δέ Plat.);
3) с другой стороны (καθίζειν Hom.).

Middle Liddell

ἕτερος
1. adv. to the other side, Hom.:— on one side, Hom.
2. in pregnant sense with Verbs of Rest, as if for ἑτέρωθι, on the other side, Il., Dem.
II. = ἄλλοσε, elsewhither, Il., Hom.