Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠφελήσιμος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: ὠφελήσῐμος Medium diacritics: ὠφελήσιμος Low diacritics: ωφελήσιμος Capitals: ΩΦΕΛΗΣΙΜΟΣ
Transliteration A: ōphelḗsimos Transliteration B: ōphelēsimos Transliteration C: ofelisimos Beta Code: w)felh/simos

English (LSJ)

ον,

   A useful, serviceable, profitable, πολλοὶ μὲν ἐχθροί, παῦρα δ' ὠ. S.Aj.1022; ὠ. [λόγος] Ar.Av.317 (troch.).

Greek (Liddell-Scott)

ὠφελήσιμος: -ον, χρήσιμος, ὠφέλιμος, ἐξ οὗ δύναταί τις νὰ ὠφεληθῇ, πολλοὶ μὲν ἐχθροί, παῦρα δ’ ὠφ. Σοφ. Αἴ. 1022· ὠφ. λόγος Ἀριστοφ. Ὄρν. 317.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 utile, avantageux;
2 secourable, bienveillant.
Étymologie: ὠφελέω.

Greek Monolingual

-ον, Α
ωφέλιμος, χρήσιμος («λόγον... ἡδύν, ὠφελήσιμον», Αριστοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὠφελῶ + κατάλ. -ήσιμος (πρβλ. βοηθ-ήσιμος)].

Greek Monotonic

ὠφελήσιμος: -ον, χρήσιμος, ωφέλιμος, σε Σοφ., Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ὠφελήσῐμος: оказывающий помощь или благодеяние, благодетельный, полезный Soph., Arph.

Middle Liddell

ὠφελήσιμος, ον, from ὠφελέω, useful, serviceable, Soph., Ar.