Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προὔργου

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: προὔργου Medium diacritics: προὔργου Low diacritics: προύργου Capitals: ΠΡΟΥΡΓΟΥ
Transliteration A: proúrgou Transliteration B: prourgou Transliteration C: proyrgou Beta Code: prou)/rgou

English (LSJ)

contr. for πρὸ ἔργου (as it is written in Arist.Rh.1354b27, PA674b2, Arr.Fr.163J.),

   A serving for or towards a work, serviceable, τι τῶν προὔργου something useful, Th.4.17, Ar.Pl.623; οὐδὲν π. [ἐστί] it's no good, And.2.21; τῶν π. τι δρᾶν Ar.Ec.784; φαίνεταί μοι π. τι ἂν γενέσθαι Pl.Tht.197a, cf. Isoc.4.19, etc.; ἆρά τι π. ἡμῖν ἐστιν αὐτὸ σκοποῦσι πρὸς τὸ κατιδεῖν; Pl.R.376c; ἔς τι ib.d; π. τι ποιῆσαι εἴς τι ib.498d; π. τι πεποιηκέναι πρός τι Id.Men.84b, cf. X.HG7.1.10; ὑπόθεσιν π. ἔχειν πρὸς . . Pl.Men.87a: c. gen., τί ὑμῖν π. τῆς ξυνόδου ταύτης ἂν εἴη; Id.Demod.380c; οὐδὲν αὐτοῖς ἦν π., c. inf., Id.Alc.2.149e, cf. D.5.1: as Adv. serviceably, conveniently, π. πεσόντα E.IT309, cf.Hel.1379.    II Comp. προὐργιαίτερος, α, ον, more serviceable, important, ἕτερα ἦν προὐργιαίτερα αὐταῖς Ar.Lys.20, cf. D.19.228; χάριν προὐργιαιτέραν Din.1.114: mostly in neut., τῷ μὲν οὐδὲν προὐργιαίτερόν ἐστιν ἢ σκοπεῖν Isoc.4.134, cf. PSI4.380.7 (iii B.C.); π. ποιεῖσθαί τι deem of more consequence, Th.3.109, Isoc.6.35 (also Posit. in Comp. sense, οὐδὲν ἔστι μοι προὔργου ἢ . . Hp.Ep.17); οὐδὲν π. ποιεῖσθαι τούτου Plb.2.7.10, etc.; π. τι γενέσθαι Pl.Grg.458c.—Sup. προὐργιαίτατος, η, ον, Hsch., Suid.; προὐργιέστατος Hsch. s.v. προκαδέστατον: Adv. Sup. προυργιαίτατα cj. in Hp.Liqu.6; -ιαίτατον Paul.Aeg.3.61.

German (Pape)

[Seite 795] zsgzgn statt πρὸ ἔργου, eigtl. für das Werk, was zur Ausführung eines Werkes, zur Erreichung eines Zweckes förderlich, nützlich ist, was wozu hilft; εἰσείδομεν προὔργου πεσόντα, Eur. I. T. 309; Hel. 1395; ποιῶν τι τῶν προὔργου, Ar. Plut. 623; προὔργου τι δρᾶν, Eccl. 784, Thuc. 4, 17; φαίνεται γάρ μοι προὔργου τι ἂν γενέσθαι, Plat. Theaet. 197 a, εἴς τι, Rep. II, 376 d, wie ib. c πρός τι; εἰ δή τι πεποιήκαμεν, προὔργου, Legg. III, 702 b; Men. 84 b u. sonst; ἵνα προὔργου τι γένηται, Isocr. 4, 19, vgl. 5, 13; οὐδὲν τῶν προὔργου περαίνειν, Pol. 5, 19, 5; Sp., wie Plut. u. Luc. Hermot. 79. – Compar. προὐργιαίτερος, förderlicher, nützlicher, wichtiger; ἀλλ' ἕτερα γὰρ ἦν τῶνδε προὐργιαίτερα αὐταῖς, Ar. Lys. 20; τὰ ἑαυτῶν προὐργιαίτερον ἐποιήσαντο, Thuc. 3, 109, sie achteten ihre eigenen Angelegenheiten, ihre Wohlfahrt höher, ὥστε προὐργιαίτερόν τι γενέσθαι ἄλλο πράττειν, Plat. Gorg. 458 c, τῷ δὲ οὐδὲν προὐργιαίτερόν ἐστιν, Isocr. 4, 134, ἕτερά ἐστιν ἑκάστῳ προὐργιαίτερα, Dem. 19, 228; χάρις προὐργιαιτέρα, Din. 1, 114; Folgde; οὐδὲν προὐργιαίτερον ποιεῖσθαι τούτου, Nichts für besser halten, dies sich besonders angelegen sein lassen, Pol. 2, 7, 10. 4, 66, 2, wie μηδὲν νομίζειν προὐργιαίτερον τούτου, 26, 2, 2. – Phot. führt auch den superl. προὐργιέστατον an.

Greek (Liddell-Scott)

προὔργου: κατὰ κρᾶσιν ἀντὶ τοῦ πρὸ ἔργου (ὡς φέρεται ἐν Ἀριστ. Ρητ. 1. 1, 10, καὶ προέργου ἐν τῷ π. Ζ. Μορ. 3. 14. 5)· ― χρήσιμον πρός τι ἔργον, ἐπωφελές, ὠφέλιμον, τι τῶν προὔργου, ὠφέλιμόν τι, Ἀριστοφ. Πλ. 623, Θουκ. 4. 16· οὐδὲν πρ. ὑμῖν ἀκοῦσαι ταῦτα Ἄνδοκ. 22. 20· πρ. τι δρᾶν Ἀριστοφ Ἐκκλ. 784· πρ. τι γίγνεται ἢ ἐστὶ Πλάτ. Θεαίτ. 197Α, Ἰσοκρ. 44D, κτλ.· πρ. ἐστὶν εἲς ἢ πρός τι, εἶναι συντελεστικὸν πρὸς τὸν σκοπόν, Πλάτ. Πολ. 376C, D· πρ. ποιεῖν τι εἲς ἢ πρός τι αὐτόθι 498D, Μένων 84Β, Ξεν. Ἑλλ. 7. 1, 10· ― μετὰ γεν., τί ὑμῖν πρ. ξυνόδου ταύτης ἂν εἴη; Πλάτ. Δημόδ. 380C· οὕτως, οὐδὲν πρ. ἐστί, μετ’ ἀπαρ., ὁ αὐτ. ἐν Ἀλκιβ. 2. 149Ε, Δημ. 57. 4· ― ὡσαύτως, ὡς ἐπίρρ. χρησίμως, καλῶς, προσφόρως, προὔργου πεσεῖν Εὐρ. Ι. Τ. 309, πρβλ. Ἠλ. 1379, Πλάτ. Μένων 87Α. ΙΙ. Συγκρ. προὐργιαίτερος, α, ον, χρησιμώτερος, ὠφελιμώτερος, σπουδαιότερος, ἕτερα ἦν προὐργιαίτερα αὐταῖς Ἀριστοφ. Λυσ. 20, πρβλ. Δημ. 412. 7· χάριν προὐργιαιτέραν Δείναρχ. 104. 44· ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν χρήσει ἐν τῷ οὐδ., τῷ δὲ οὐδὲν προὐργιαίτερόν ἐστιν ἢ σκοπεῖν Ἰσοκρ. 68Β· πρ. ποιεῖσθαί τι, θεωρεῖν τι ὡς σπουδαιότερον, Θουκ. 3. 109, πρβλ. Ἰσοκρ. 122Ε· οὐδὲν πρ. ποιεῖσθαι τούτου Πολύβ. 2. 7. 10, κτλ.· πρ. γίγνεται, Πλάτ. Γοργ. 458C. ― Καθ’ Ἡσύχ. «προυργιαίτερον· προκρινόμενον, προτιμότερον· κρεῖττον, ἀναγκαιότερον, ὠφελιμώτερον», πρβλ. Σουΐδ. ἐν λ. ― Ὑπερθ. προὐργιαίτατος, η, ον, «προὐργιαίτατον, ἀναγκαιότατον, προτιμότατον» Σουΐδ., «προὐργιαίτατα, προνοητικώτατα» Ἡσύχ.· ἀλλ’ ὁ τύπος προὐργιέστατος εἶναι ἀμφίβ.

French (Bailly abrégé)

adv.
à propos, utilement ; τὰ προὔργου, ce qui est à propos ou avantageux ; προὔργου τι δρᾶν ou ποιεῖν, faire qch d’utile;
Cp. irrég. προὐργιαίτερος, α, ον :
Étymologie: contract. p. πρὸ ἔργου.

Greek Monolingual

και προέργου Α
1. χρήσιμο, ωφέλιμο για την εκτέλεση ενός έργου ή ενός σκοπού (α. «μὴ πάλιν τις αὖ ἐλθὼν διακωλύσῃ τι τῶν προὔργου ποιεῑν», Αριστοφ.
β. «ἵνα προὔργου τι γένηται», Ισοκρ.)
2. (ως επίρρ.) χρήσιμα, καλά, με πρόσφορο τρόπο («ὡς δ' ἐσείδομεν προὔργου πεσόντα», Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. «Σύνθ. εκ συναρπαγής» από τη φρ. πρὸ ἔργου].

Greek Monotonic

προὔργου: κράση αντί πρὸ ἔργου·
I. χρήσιμο για ένα έργο, επωφελές, ωφέλιμο, σε Αριστοφ.· πρ. ἐστὶν εἴς ή πρός τι, είναι ένα βήμα προς την κατάκτηση ενός στόχου, σε Πλάτ.· οὐδὲν πρ. ἐστί, με απαρ., στον ίδ.· επίσης ως επίρρ., πειστικώς, προσφόρως, καλώς, προὔργου πεσεῖν, σε Ευρ.
II. συγκρ., προὐργιαίτερος, , -ον, ωφελιμότερος, πρ. ποιεῖσθαί τι, θεωρώ κάτι ως σημαντικότερο, σε Θουκ.· πρ. γίγνεται, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

προὔργου: v. l. προέργου adv. [из πρὸ ἔργου] целесообразно, полезно, кстати (π. τι δρᾶν Arph. или ποιεῖν Xen., Plat.): τὶ τῶν π. Thuc. нечто существенное; οὐδὲν π. ἐστί Plat. ни к чему, незачем; π. εἶναι εἴς или πρός τι Plat. быть полезным (важным) для чего-л.; π. ἐς ἀλκὴν σῶμ᾽ ὅπλοις ἠσκήσατο Eur. он правильно поступил, вооружившись на бой; προὐργιαίτερον τὸ ἑαυτῶν ποιεῖσθαι Thuc. думать прежде всего о своей пользе.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προὔργου [πρὸ ἔργου] comp. προὐργιαίτερος, superl. προὐργιαίτατος, adv., nuttig, doeltreffend:; οὐδὲν προὔργου ἀκοῦσαι ὑμῖν het heeft totaal geen zin voor jullie om dit te horen And. 2.21; met prep..; προὔργου δ ’ ἐς ἀλκήν doeltreffend voor de strijd Eur. Hel. 1379; met gen.. τί ὑμῖν προὔργου τῆς συνόδου ταύτης εἴη ἄν; welk voordeel zouden jullie kunnen hebben van die bijeenkomst? [Plat.] Demod. 380c.

Middle Liddell

[contr. for πρὸ ἔργου]
I. serving for or towards a work, serviceable, profitable, useful, τι τῶν προὔργου something useful, Ar.; πρ. ἐστὶ εἴς or πρός τι 'tis a step towards gaining one's end, Plat.; οὐδὲν πρ. ἐστί, c. inf., Plat.:—also as adv. conveniently, opportunity, προὔργου πεσεῖν Eur.
II. comp. προὐργιαίτερος, α, ον, more serviceable, πρ. ποιεῖσθαί τι to deem of more consequence, Thuc.; πρ. γίγνεται, Plat.