Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

destroy

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

English > Greek (Woodhouse)

woodhouse 218.jpg

v. trans.

P. and V. φθείρειν, διαφθείρειν, καταφθείρειν (Plat. but rare P.), ἀπολλύναι, διολλύναι, ἐξολλύναι, καθαιρεῖν, ἀναιρεῖν, ἀναλίσκειν, ἀναλοῦν, ἐξαναλίσκειν, κατεργάζεσθαι, ἀποφθείρειν (Thuc. but rare P.), V. ὀλλύναι, ἐξαπολλύναι, ἀϊστοῦν, στοῦν, ἐξαϊστοῦν, ἐξαποφθείρειν, καταφθίσαι (1st aor. of καταφθίνειν) , ἀποφθίσαι (1st aor. of ἀποφθίνειν), πέρθειν, διεργάζεσθαι, ἐξεργάζεσθαι, διαπράσσειν, ἐκπράσσειν, P. διαχρῆσθαι; see kill, ravage, corrupt, ruin, annihilate.

Destroy beforehand: P. προδιαφθείρειν.

Be destroyed beforehand: P. προαπόλλυσθαι.

Destroy inaddition: P. and V. προσδιαφθείρειν.

Destroy in return: P. and V. ἀνταπολλύναι.

Destroy together: V. συνδιολλύναι (Eur., Frag.).

Help to destroy: P. συγκαθαιρεῖν (acc.), συναπολλύναι (acc.).

Destroyed utterly, adj.: Ar. and P. ἐξώλης, P. προώλης, V. ἄϊστος, πανώλης, Ar. and V. πανώλεθρος; see ruined.