Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀποφθείρω

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀποφθείρω Medium diacritics: ἀποφθείρω Low diacritics: αποφθείρω Capitals: ΑΠΟΦΘΕΙΡΩ
Transliteration A: apophtheírō Transliteration B: apophtheirō Transliteration C: apoftheiro Beta Code: a)pofqei/rw

English (LSJ)

fut. ἀποφθερῶ, A destroy utterly, ruin, A.Ch.256; δέμας ἀσιτίαις E.Supp.1106. 2 have an abortion, miscarry, Hp.Epid.1.16. II Pass., with fut. Med., ἀποφθείρομαι, to be lost, perish, E. Tr.508, v.l. in Th.2.49. 2 to be gone, make off, ἀποφθαρεὶς ἐκ τῆς πόλεως Men. Sam.282, cf. Alciphr.Fr.6.3: freq. in imprecations, οὐ γῆς τῆσδ' ἀποφθαρήσεται; i.e. let him begone with a plague to him, E.HF1290; οὐκ εἰς κόρακας ἀποφθερεῖ; Ar.Eq.892, Nu.789; ἀποφθείρου ταχύ Men. Sam.158; ἀποφθάρηθι Lib.Decl.33.28.

Spanish (DGE)

I 1destruir, arruinar νεοσσούς A.Ch.256, στρατόν A.Fr.132c.27.
2 abs. abortar Hp.Epid.1.16.
II en v. act. y med. perecer, morirse, reventar E.Tr.508, Th.2.49, Men.Sam.373, Com.Adesp.737K., Lib.Decl.33.28
frec. en imprecaciones οὐ γῆς τῆσδ' ἀποφθαρήσεται; ¿no perecerá yéndose de esta tierra? E.HF 1290, ἐκ τῆς πόλεως Men.Sam.627, cf. Alciphr.4.13.3, ἐς κόρακας Ar.Eq.892, Nu.789
c. gen. ser arrancado τοῦ ζῆν καὶ τῆς ἀρχῆς ... ἀπεφθάρη (sc. por la muerte), Philost.HE 11.1, cf. ἀποφθάρηθί μου· ἀπαλλάγηθί μου Hsch.

German (Pape)

[Seite 334] vernichten, zerstören, Aesch. Ch. 254; eine Fehlgeburt thun, Hippocr. – Pass. mit fut. med., aufgerieben werden, Thuc. 2, 49; zu Grunde gehen, Eur. Tr. 508; zu seinem Unglück weggehen, γῆς Herc. fur. 1290; komisch, οὐκ εἰς κόρακας ἀποφθερεῖ μου; wirst du dich fortscheren! Ar. Nubb. 787; Equ. 889; übh. weggehen, Dion. Hal. 5, 68. – Schol. Ar. Ran. 1447 citirt aus Eup. ἀποφθαρεὶς δὲ δύο κύβω καὶ τέτταρα.

French (Bailly abrégé)

détruire de fond en comble.
Étymologie: ἀπό, φθείρω.

Russian (Dvoretsky)

ἀποφθείρω:
1 разрушать, уничтожать, губить (τινά Aesch.): ἀσιτίαις δέμας ἀ. Eur. уморить (себя) голодом;
2 pass. гибнуть, погибать (ἀσθενείᾳ Thuc.): οὐ γῆς τῆσδε ἀποφθαρήσεται; Eur. почему он не уберется прочь из этой страны себе на погибель?; οὐκ εἰς κόρακας ἀποφθερεῖ; Arph. да провались ты совсем! (досл. неужели не уберешься?).

Greek (Liddell-Scott)

ἀποφθείρω: μέλλ. -φθερῶ, καταστρέφω ὁλοσχερῶς, φθείρω, ἀφανίζω, Αἰσχύλ. Χο. 256· δέμας ἀσιτίαις Εὐρ. Ἱκ. 1106, κτλ. 2) ἐπὶ ἐγκυμονούσης, ἀμβλίσκω, ἀποβάλλω, κάμνω ἀποβολήν, Ἱππ. Ἐπιδημ. τὸ Α΄, 953. ΙΙ. Παθ. μετὰ μέσ. μέλλ., ἀπόλλυμαι, χάνομαι, Εὐρ. Τρῳ. 508, Θουκ. 2. 49· κυρίως ἐν ἐρωτηματ. φράσ. μετὰ προστακτικῆς ἐννοίας, οὑ γῆς τῆσδ’ ἀποφθαρήσεται; δὲν θὰ ξεκουμβισθῇ ἀπ’ αὐτὸν τὸν τόπον; δὲν θὰ ὑπάγη ἀπ’ ἐδῶ ’ς τἀνάθεμα; Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 1290· οὕτω καὶ η φράσις, οὐκ ἐς κόρακας ἀποφθερεῖ: Λατ. abi in malam rem, passé corvos, Ἀριστοφ. Ἱππ. 892, Νεφ. 789· οὕτω παρὰ μεταγ. κατὰ προστ. ἀποφθάρηθι Λιβάν. 4. 630.

Greek Monolingual

(AM ἀποφθείρω)
καταστρέφω εντελώς
αρχ.
1. χάνομαι, καταστρέφομαι
2. (για εγκύους) αποβάλλω
3. ξεκουμπίζομαι.

Greek Monotonic

ἀποφθείρω: μέλ. -φθερῶ·
I. καταστρέφω ολοσχερώς, αφανίζω, ερειπώνω, σε Αισχύλ., Ευρ.
II. Παθ. με Μέσ. μέλ., χάνομαι, αφανίζομαι, σε Ευρ., Θουκ.· ιδίως σε ερωτημ. φράση χρησιμ. με προστ. σημασία, οὐ γῆς τῆσδ' ἀποφθαρήσεται; δεν θα ξεκουμπιστεί από δω; δηλ. να πάει στον αγύριστο, σε Ευρ.· ομοίως, οὐκ ἐς κόρακας ἀποφθερεῖ; Λατ. pasce corvos, σε Αριστοφ.

Middle Liddell


I. to destroy utterly, ruin, Aesch., Eur.
II. Pass., with fut. mid., to be lost, perish, Eur., Thuc.: esp. as interrog. used in an imperat. sense, οὐ γῆς τῆσδ' ἀποφθαρήσεται; i. e. let him begone with a plague to him, Eur.; so, οὐκ εἰς κόρακας ἀποφθερεῖ; Lat. pasce corvos, Ar.