Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνδρεῖος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀνδρεῖος Medium diacritics: ἀνδρεῖος Low diacritics: ανδρείος Capitals: ΑΝΔΡΕΙΟΣ
Transliteration A: andreîos Transliteration B: andreios Transliteration C: andreios Beta Code: a)ndrei=os

English (LSJ)

α, ον, Ion. ἀνδρ-ήιος, η, ον (codd. of Hdt. have the common form in the Comp. and Sup. ἀνδρειότερος, -ότατος, 1.79,123), Delph. ἀνδρέος GDI1724, al.:—

   A of or for a man, στέγη dub. in A.Fr.124; θαἰμάτια Ar.Ec.75; opp. γυναικεῖος, Id.Th.154, Archipp.6D., Pl.R. 451c, X.Mem.2.7.5; πέπλοι Theoc.28.10 (where ἀνδρέϊοι) ; αὐλός (v. αὐλός) Hdt.1.17; ἀ. ἀγορά the men's market, CIG3657 (Cyzicus); ἀνδρεῖος (sc. σύλλογος) Test.Epict.1.22, 2.29; ἀνδρεῖα ἠμπίσχετο vestem virilem, D.L.3.46; ἀ. ἱμάτιον, = toga virilis, Plu.Brut.14.    II manly, masculine, courageous, ῥώμη Hdt.7.153, etc.; even of women, Arist.Pol.1277b22, Po.1454a23; and in bad sense, stubborn, ἀναίσχυντος καὶ ἀ. τὰ τοιαῦτα Luc.Ind.3: neut., τὸ ἀνδρεῖον, = ἀνδρεία, Th. 2.39; καὶ τοῦτ' ἐμοὶ τἀνδρεῖον ἡ προμηθία E.Supp.510; ἔβησαν εἰς τἀνδρεῖον Id.Andr.683. Adv. -ως Ar.Pax498, al.: Sup. -ότατα Pl.Plt. 262a.    2 of animals, Arist.HA488b17, cf. Pl.La.196d, 196e.    3 of things, strong, vigorous, λαφυγμός Eup.148; θήρατρον Ael.VH 1.1.    III ἀνδρεῖα, τά, the public meals of the Cretans, also the older name for the Spartan φειδίτια or φιλίτια (q.v.), Alcm.22, Arist. Pol.1272a3, Plu.Lyc.12, Str.10.4.18 (v.l. ἄνδρια:—also ἀνδρήιον, τό, Cretan for the public hall, GDI4992 a ii 9, cf. 5040.38, al.    IV ἀνδρεῖον, τό, = σίνηπι ἄγριον, Ps.-Dsc.2.154.

German (Pape)

[Seite 217] (Her. ἀνδρήϊος, Theocr. 28, 10 ἀνδρέϊος), männlich, den Mann betreffend, dem γυναικεῖος entgeggstzt, αὐλός Her. 1, 17; Plat. δρᾶμα Rep. IV, 451 c; μαθήματα Alc. 1, 187 a; ὑποδήματα Xen. Cyr. 8, 2, 5; ἱμάτιον Mem. 2, 7, 5; τὸ ἀνδρεῖον, das männliche Glied, Luc. D. meretr. 5 Mort. 28, 2. Dah. bes. männlich, muthig, ῥώμη Her. 7, 153. Bei Plat., der Gorg. 491 b erkl. ἀνδρ. ἱκανοὶ ὄντες, ἃ ἂν νοήσωσιν ἐπιτελεῖν, Ggstz von δειλός, Phaedr. 239 a; oft mit σώφρων vbdn, Prot. 349 ff.; von θαῤῥαλέος, dreist, unterschieden, wie von θρασύς, Arist. Eth. Nic. 3, 7; τὸ ἀνδρεῖον, Mannskraft, Thuc. 2, 39; τὰ ἀνδρεῖα, die gemeinschaftlichen Mahlzeiten der Männer bei den Kretern, wie die φειδίτια bei den Spartanern, Ath. V, 2, 186 b – Comp. ἀνδρειότερος, superl. -ότατος, Plat. – Adv., ἀνδρείως, männlich, Ar. P. 490; muthig, Plat.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνδρεῖος: -α, -ον, Ἰων. -ήϊος, η, ον, ἀλλ’ ὁ Ἡρόδ. τηρεῖ τὸν κοινὸν τύπον ἐν τῷ συγκρ. καὶ ὑπερθ. ἀνδρειότερος, -ότατος 1. 79, 123: - (ἀνήρ) ἀνδρικός, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ γυναικεῖος, Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 123· θαἰμάτια τἀνδρεῖα, τὰ ἀνδρικά, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 75· ἀνδρεῖα δ’ ἢν ποιῇ τις ὁ αὐτ. Θεσμ. 154, Πλάτ., Ξεν., πέπλοι Θεόκρ. 28. 10 (ἔνθα ἀνδρέϊοι)· αὐλὸς (ἴδε αὐλός) Ἡρόδ. 1. 17· ἀνδρ. ἀγορά, ἡ ἀγορὰ τῶν ἀνδρῶν, Ἐπιγρ. Κυζ. ἐν Συλλογ. Ἐπιγρ. 3657· (οὕτω, γυναικεῖα ἀγορὰ Μένανδ. ἐν «Συναριστώσαις» 7)· ἀνδρεῖος (δηλ. σύλλογος) Ἐπιγρ. Δωρικὴ ἐν Συλλογ. Ἐπιγρ. 2448. 1. 24· ἀνδρεῖα ἠμπίσχετο, «φοροῦσεν ἀνδρικά», vestem virilem, Διογ. Λ. 3. 46. ΙΙ. ἀνδρεῖος, γενναῖος, θαρραλέος, Ἡρόδ. 7. 153, καὶ συχν. παρ’ Ἀττ., ἔτι δὲ καὶ γυνή, ὡς, δεῖ τὴν γυναῖκα εἶναι σώφρονα καὶ ἀνδρείαν Ἀριστ. Πολ. 1. 13, 3., 3. 4, 17· καὶ ἐπὶ κακῆς σημασίας, ἰσχυρογνώμων, εἰ καὶ πάνυ ἀναίσχυντος εἶ καὶ ἀνδρ. τὰ τοιαῦτα Λουκ. Πρὸς Ἀπαιδ. 3: - οὐδ. τὸ ἀνδρεῖον = ἀνδρεία, Θουκ. 2. 39· καὶ τοῦτο δὴ τἀνδρεῖον, ἡ προμηθία, τοῦτο εἶναι ἀληθὴς ἀνδρεία, ἡ πρόνοια, Εὐκρ. Ἱκ. 510· ἔβησαν πρὸς τἀνδρεῖον (ὡς τὸ πρὸς ἀλκὴν τρέπεσθαι) ὁ αὐτ. Ἀνδρ. 683: - Ἐπίρρ. -ως Ἀριστοφ. Εἰρ. 498, καὶ ἀλλ. ὑπερθ. -ότατα Πλάτ. Πολιτ. 262 Α. 2) ἐπὶ ζῴων Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 1. 1, 32, πρβλ. Πλάτ. Λάχ. 196D καὶ Ε. 3) ἐπὶ πραγμάτων, ἰσχυρός, ζωηρός, λαφυγμὸν ἀνδρεῖον πάνυ Εὔπολ. ἐν «Κόλαξι» 22· ἔργον Ἀριστοφ. Σφ. 1200· θήρατρον Αἰλ. Π. Ἱ. 1. 1. ΙΙΙ. ἀνδρεῖα, τὰ, τὰ συσσίτια τῶν Κρητῶν, προσέτι τὸ ἀρχαιότερον ὄνομα τῶν παρὰ Σπαρτιάταις φειδιτίων ἢ φιλιτίων (ἴδε τὰς λέξεις), Ἀλκμὰν 37, Ἀριστ. Πολ. 2. 10. 5 (ἔνθα, ὡς ἐν Πλουτ. Λυκούργῳ 12, εἶναι γεγραμμένον ἄνδρια), πρβλ. Μυλλ. π. Δωρ. 4. 3, 3: - ὡσαύτως, τὸ ἀνδρήϊον, Κρητικὴ λέξις, ἡ δημοσία αἴθουσα, Ἐπιγρ. Κρητ. ἐν τῇ Συλλογ. Ἐπιγρ. 2554. 51., 2556. 38.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
1 d’homme ; τὰ ἀνδρεῖα repas public des hommes, en Crète;
2 viril, courageux ; p. anal. ἀνδρεῖον θήρατρον ÉL filet solide ; τὸ ἀνδρεῖον THC courage viril.
Étymologie: ἀνήρ.

Spanish (DGE)

-α, -ον

• Alolema(s): jón. -ήιος, -η, -ον Hdt.1.123, 7.153; locr. ἀνδρέος IG 92.624 d.4; ἀνδρῆος IG 92.708.3; tard. ἀνδρῖος Pall.H.Laus.65.4
I de cosas
1 propio de varón op. γυναικεῖος: θαἰμάτια Ar.Ec.75, μετὰ ἀνδρεῖον δρᾶμα παντελῶς διαπερανθὲν τὸ γυναικεῖον αὖ περαίνειν Pl.R.451c, πέπλοι Theoc.28.10, ἀγορά CIG 3657 (Cízico), cf. Ar.Th.154, Archipp.45B, X.Mem.2.7.5, IG 12(3).330.22, 61 (Tera III a.C.), σῶμα ἀνδρέον esclavo, IG 92.624d.4 (Festino II a.C.), IG 92.708.3 (Festino II a.C.)
op. ἄνανδρος ‘afeminado’ viril πόνοι Pl.Phdr.239c
valeroso ἐκεῖν' ἀνδρειότατόν γε τῶν ἐμῶν Ar.V.1200
violento, fuerte λαφυγμός Eup.148, θήρατρον Ael.VH 1.1, λόγος PCair.Isidor.126.7.
2 fig. que tiene un sonido grave como la voz de un hombre αὐλοῦ γυναικείου τε καὶ ἀνδρείου Hdt.1.17.
3 propio del adulto ἁνίκα τὰν γένυν ἀνδρεΐαν ἔχῃς Theoc.29.33, ἀνδρεῖον ἱμάτιον toga uirilis Plu.Brut.14.
4 humano op. divino ἀνδρείων ἀχέων Emp.B 147.2.
II de pers.
1 varonil, valiente τίς ἀ. ἦν Ar.Nu.1052, Κῦρος Hdt.1.123, ἄνθρωπος Plu.2.235e, ὁ δειλὸς ὑποπέπτωκε τῷ ἀνδρείῳ Ph.1.60, cf. Protag.B 9, Pl.Grg.491b, Hdt.7.153
de una mujer οὐχ ἁρμόττον γυναικὶ οὕτως ἀνδρείαν ἢ δεινὴν εἶναι Arist.Po.1454a23, cf. Pol.1277b22, LXX Pr.12.4.
2 fuerte, virtuoso ὀρθοπραγέων τις ἀνδρεῖος ἅμα καὶ εὐθύγνωμος γίγνεται Democr.B 181.
3 adulto τῷ ἡβῶντι τε καὶ ἀνδρείῳ Pl.R.468d.
4 osado, temerario ἀναίσχυντος εἶ καὶ ἀνδρεῖος τὰ τοιαῦτα Luc.Ind.3.
5 tard. en sup., como tít. excelentísimo ἀνδρειοτάτου Καίσαρος POxy.1318 (IV d.C.), τῷ δεσπότῃ μου τῷ ... μεγαλοπρεπεστάτῳ καὶ ἀνδριοτάτῳ κόμιτι POxy.1163.3 (V d.C.).
III de animales fuerte, vigoroso ὗν πιστεύεις σύ γε ἀνδρείαν γεγονέναι Pl.La.196e, cf. Arist.HA 488b17.
IV subst.
1 sg. τὸ ἀνδρεῖον la valentía, hombría τοῦτ' ἐμοὶ τἀνδρεῖον, ἡ προμηθία E.Supp.510, νέοι ὄντες τὸ ἀνδρεῖον μετέρχονται Th.2.39, cf. E.Andr.683, Th.4.126.
2 plu. τὰ ἀνδρεῖα actos de valor, hombradas πολλαὶ γυναῖκες ... διὰ τῆς χάριτος τοῦ θεοῦ ἐπετελέσαντο πολλὰ ἀνδρεῖα 1Ep.Clem.55.3.
3 τὰ ἀνδρεῖα comidas públicas de los varones en Creta, y antiguo n. de las mismas en Esparta, Alcm.98.2, τὰ δὲ συσσίτια ἀνδρεῖα παρὰ μὲν τοῖς Κρησὶν ... καλεῖσθαι Str.10.4.18, cf. Arist.Pol.1272a3, Plu.Lyc.12, Hsch.
4 τὰ ἀνδρεῖα, τὰ ἀνδρῖα vestidos de hombre D.L.3.46, Pall.H.Laus.65.4.
5 τὸ ἀνδρεῖον bot. bolsa de pastor, Capsella bursa pastoris Medikus, Ps.Dsc.2.154.
V adv. -ως
1 virilmente, como un hombre de niños καλῶς καὶ ἀ. ἕκαστα ποιεῖν X.Cyr.1.3.1
de mujeres, Ar.Th.656.
2 valientemente, con valor σπᾶτ' ἀ. Ar.Pax 498, φέρειν δὲ χρὴ ... τὰ τῶν πολεμίων ἀ. Th.2.64, cf. 5.9, Pl.Lg.855a, Arist.Pol.1265a36
con resolución σκοπεῖσθαι χρὴ ἀ. τε καὶ εὖ Pl.Cra.440d.

Greek Monolingual

-α, -ο (ΜΑ ἀνδρεῑος, -εία, -ον)
γενναίος, θαρραλέος
νεοελλ.
το ουδ. ως ουσ. το ανδρείο(ν)
βοτ. ο ανδρώνας του άνθους
αρχ.
1. αυτός που ταιριάζει σε άνδρα, ανδρικός
2. ισχυρογνώμων
3. (για πράγμ.) ισχυρός, ζωηρός, έντονος
4. το ουδ. ως ουσ. α) εν. η ανδρεία
β) πληθ. τὰ ἀνδρεῑα
συσσίτια τών Κρητών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ανήρ, ανδρός + -είος < -ηF-ιος, με σίγηση του δίγαμμα (F) και βράχυνση (πρβλ. ιων. ανδρήιος).
ΠΑΡ. ανδρειώνω (-όω), αρχ. ανδρειότης, μσν.-νεοελλ. ανδρειοσύνη, νεοελλ. ανδρειεύω].

Greek Monotonic

ἀνδρεῖος: -α, -ον, Ιων. -ήιος, , -ον, συγκρ. και υπερθ. ἀνδρειότερος, -ότατος, ακόμα και στον Ηρόδ.· (ἀνήρ
I. αυτός που ανήκει ή χαρακτηρίζει τον άνδρα, σε Αισχύλ. κ.λπ.· για το αὐλοὶ ἀνδρεῖοι, βλ. αὐλός.
II. 1. αρρενωπός, αρσενικός, ανδροπρεπής, σε Ηρόδ., Αττ.· με αρνητική σημασία, ξεροκέφαλος, πεισματάρης, σε Λουκ· ουδ. τὸἀνδρεῖον, με κράση τἀνδρεῖον = ἀνδρεία, σε Ευρ., Θουκ.
2. λέγεται για πράγματα, δυνατό, ζωηρό, σε Αριστοφ. III.ἀνδρεῖα, τά, τα δημόσια γεύματα των Κρητών, παλαιότερο όνομα επίσης για τα σπαρτιατικά φειδίτια, σε Αλκμ., σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

ἀνδρεῖος: ион. ἀνδρήϊος, эол. ἀνδρέϊος 3
1) мужской (αὐλός Her.; θαἰμάτια Arph.; ἱμάτιον Xen., Theocr., Plut.);
2) мужского пола (τὰ θηρία Arst.);
3) мужественный, отважный (ῥώμη Her.; ἔργον Arph., Arst.; γυνή Arst.);
4) дерзкий (ἀναίσχυντος καὶ ἀ. Luc.).

Middle Liddell

ἀνήρ [Comp. and Superl. ἀνδρειότερος, -οτατος.]
I. of or for a man, Aesch., etc.; for αὐλοὶ ἀνδρεῖοι, v. αὐλός.
II. manly, masculine, Hdt., attic; in bad sense, stubborn, Luc.:—neut. τὸ ἀνδρεῖον, by crasis τἀνδρεῖον, = ἀνδρεία, Eur., Thuc.
2. of things, strong, vigorous, Ar.