Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βόσκημα

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: βόσκημα Medium diacritics: βόσκημα Low diacritics: βόσκημα Capitals: ΒΟΣΚΗΜΑ
Transliteration A: bóskēma Transliteration B: boskēma Transliteration C: voskima Beta Code: bo/skhma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A that which is fed or fatted: in pl., fatted beasts, cattle, S.Tr.762, E.Ba.677, X.HG4.6.6; of sheep, E.Alc.576 (lyr.), El.494; ἐμῆς χερὸς β., of horses, Id.Hipp.1356 (lyr.); of dogs, X.Cyr.8.1.9; ζῆν ἀπὸ βοσκημάτων Arist.Pol.1319a20: dual, of a couple of pigs, Ar.Ach.811: sg., of a single beast, ἄκανθα ποντίου β. A.Fr.275.3; ἐν τρόπῳ βοσκήματος πιαινόμενον ζῆν Pl.Lg.807a; opp. θηρίον, Arist.MM1204a38, Str.16.4.16.    II food, β. πηυονῆς A.Supp.620, cf. S.El.364, Ar.Ra.892; ἀναίματον β. δαιμόνων prey drained of blood by the Erinyes, A.Eu.302.

German (Pape)

[Seite 454] τό, 1) das geweidete Vieh, Viehheerde, Soph. Tr. 762; Eur. Bacch. 676; Ar. Ach. 870; Xen. Hell. 4, 6, 6; Plut. Rom. 7; übh. Vieh, Plat. Theaet. 162 e u. öfter. – 2) das Futter, Nahrung, πημονῆς Aesch. Suppl. 6154 Soph. El. 364.

Greek (Liddell-Scott)

βόσκημα: τό, τὸ βοσκόμενον· κατὰ πληθ., ζῷα τεθραμμένα, θρέμματα, Σοφ. Τρ. 762, Εὐρ. Βάκχ. 677, Ξεν. Ἑλλ. 4. 6, 6· ἐπὶ προβάτων, Εὐρ. Ἀλκ. 576, Ἠλ. 494· ἐμῆς χερὸς β., ἐπὶ ἵππων, ὁ αὐτ. Ἱππ. 1356· ζῆν ἀπὸ βοσκημάτων Ἀριστ. Πολ. 6. 4, 11· ― ἐν τῷ δυϊκῷ ἐπὶ ζεύγους χοίρων, Ἀριστοφ. Ἀχ. 811· ἐν τῷ ἑνικῷ ἐπὶ ἑνὸς ζῴου, ἄκανθα ποντίου βοσκήματος Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 270· ἐν τρόπω βοσκήματος Πλάτ. Νόμ. 807Α· ἀντίθ. τῷ θηρίον, Ἀριστ. Ἠθ. Μ. 2. 7, 4, Στράβ. 775. ΙΙ. τροφή, β. πημονῆς Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 620. πρβλ. Σοφ. Ἠλ. 364· ἀναίματον β. δαιμόνων, θῦμα τῆς ὀργής τῶν Ἐρινύων ἄνευ αἵματος, διότι τὸ ἀφῄρεσαν αὐταί, Αἰσχύλ. Εὐμ. 302.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
1 animaux qui paissent, bestiaux, troupeau : ἐμῆς βόσκημα χερός EUR chevaux que ma main nourrissait ; tête de bétail : τὰ ἑκατὸν βοσκήματα SOPH les cent victimes (pour l’hécatombe);
2 pâture, nourriture, aliment.
Étymologie: βόσκω.

Spanish (DGE)

-ματος, τό
I de seres anim.
1 bestia, bicho ποντίου βοσκήματος A.Fr.275.3.
2 lo apacentado, gener. plu. ganado συμμιγῆ βοσκήματα S.Tr.762, βοσκήματα ... μόσχων E.Ba.677, cf. Cyc.165, 188, βοσκήμασι ... συρίζων E.Alc.576, cf. Hp.Art.8, Pl.R.373c, Gal.18(1).356, ζῆν ἀπὸ βοσκημάτων vivir de la ganadería Arist.Pol.1319a20, ref. a ganado equino στυγνὸν ὄχημ' ἵππειον, ἐμῆς β. χερός dicho de una biga odioso tronco apacentado de mi propia mano E.Hipp.1356, βουκόλια καὶ ἱπποφόρβια καὶ ἄλλα παντοδαπὰ βοσκήματα X.HG 4.6.6, tb. a cerdos τὼ βοσκήματε un par de cabezas de cerditas, Ar.Ach.811, a perros ἵππων ... καὶ κυνῶν ἐπιμελετὰς ... οὓς ἐνόμιζε ... ταῦτα τὰ βοσκήματα βέλτιστ' ἂν παρέχειν X.Cyr.8.1.9
op. al ser humano y sus cualidades ἐν τρόπῳ βοσκήματος Pl.Lg.807a, βοσκημάτων δίκην Pl.R.586a, cf. X.Eph.2.13.2, Gal.15.736, Amph.Seleuc.68
junto c. otros bienes y propiedades βοσκήματα καὶ ἀνδράποδα D.18.213, cf. 21.167, Theopomp.Hist.344
op. θηρίον Arist.MM 1204a38, Str.16.4.16
dicho insultantemente de herejes, Epiph.Const.Haer.13.2.
II inanimado
1 pasto c. gen. subjet. ἀναίματον β. δαιμόνων dicho de Orestes, A.Eu.302
fig. pasto, pábulo c. gen. obj. β. πημονῆς A.Supp.620, τοῦ μὴ λυπεῖν S.El.364, abs. αἰθήρ, ἐμὸν β. oh éter, mi pasto espiritual Ar.Ra.892.
2 pastizal LXX Is.7.25, 27.10, 49.11, PMasp.112.31 (VI d.C.).

Greek Monolingual

το (AM βόσκημα) βόσκω
1. ζώο που βόσκει, χορτοφάγο, εξημερωμένο ζώο
νεοελλ.
η βόσκηση
αρχ.
η νομή, η τροφή.

Greek Monotonic

βόσκημα: -ατος, τό (βόσκω),
I. αυτό που εκτρέφεται ή δέχεται βοσκή· στον πληθ., εκτρεφόμενα ζώα, βοοειδή, σε Σοφ. κ.λπ.· λέγεται για πρόβατα, σε Ευρ.· χρησιμοποιείται για άλογα, στον ίδ.· λέγεται και για χοίρους, στον Αριστοφ.
II. φαγητό, σε Αισχύλ.·

Russian (Dvoretsky)

βόσκημα: ατος τό
1) пасущееся стадо, скот Soph., Eur., Arph., Xen., Plat.: ἐμῆς β. χερός Eur. вскормленные мною животные;
2) голова скота Arst.: τὰ ἑκατὸν βοσκήματα Soph. сотня голов скота;
3) досл. корм, пища, перен. удел (πημονῆς Aesch.): ἐμοὶ ἔστω μόνον β. Soph. пусть (это) будет моим единственным уделом.

Middle Liddell

βόσκω
I. that which is fed or fatted: in pl. fatted beasts, cattle, Soph., etc.; of sheep, Eur.; of horses, Eur.; of pigs, Ar.
II. food, Aesch.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βόσκημα -ατος, τό βόσκω
1. grazer; meestal plur. vee.
2. voedsel :. ἀναίματον βόσκημα δαιμόνων bloedloos voedsel voor ons, goddelijke geesten Aeschl. Eum. 302.