Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νομή

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: νομή Medium diacritics: νομή Low diacritics: νομή Capitals: ΝΟΜΗ
Transliteration A: nomḗ Transliteration B: nomē Transliteration C: nomi Beta Code: nomh/

English (LSJ)

ἡ, (νέμω)

   A pasturage, ἀμφίβιον… ἔδωκε ν. βατράχοισι Κρονίων Batr.59; νομὰς νέμειν Hdt.1.110; νομὰς νέμεσθαι ib.78, cf. Pl.Lg.679a, Arist.HA575b4, etc.; ποιμνίων νομαί S.OT761: in concrete sense, νομαὶ βοσκημάτων herds, X.An.3.5.2.    2 food from pasturing, Pl.Criti.111C, etc.; αἷμα, ν. σαρκῶν Id.Ti.80e; ἡ προσήκουσα ψυχῆς ν. Id.Phdr.248b; ν. τῶν μελιττῶν τὸ θύμον Arist.HA626 b20, cf. PCair.Zen.520.10 (iii B.C.).    3 feeding, grazing, of herds, νομὴν ποιεῖσθαι, = νέμεσθαι, Arist.HA596a14.    b metaph., spreading, ν. πυρός Plb.1.48.5, Plu.Alex.35; freq. of sores, etc., ν. ποιεῖσθαι spread, Plb.1.81.6; ὡς γάγγραινα, ν. ἕξει 2 Ep.Ti.2.17, cf. Asclep. ap. Gal.12.995; ἵσταται ἡ ν., of baldness, Id.ib.411; νομαί spreading ulcers, Hp.Prorrh.2.13, cf. Gal.13.860,al.; ν. σαρκὸς θηριώδεις Plu.2.165e.    II division, distribution, Hdt.2.52 (pl.), Pl.Prt.321c, al.; of an inheritance, D.36.12; ἡ πατρῴα (v.l. πατρῴων) ν. Arist.Pol.1303b34; διεφθαρκὼς νομῇ χρημάτων τὸν δῆμον by largess of money, Aeschin. 2.76, cf. IG5(1).1346 (Lacon.): in pl., = Lat. donativa, Hdn.3.8.9, 5.5.8,6.8.8.    2 paying out or distribution in bandaging, Heliod. ap.Orib.48.25.1, Gal.18 (2).741.    III in Law, = Lat. possessio, Wilcken Chr.41 iii 20 (iii A.D.); μακρᾶς ν. παραγραφή, = longae posses- sionis praescriptio, Mitteis Chr.374 i 3 (iii A.D.); ν. ἄδικος, = injusta possessio, PTeb.286.7 (ii A.D.); ἐπὶ νομῆς πέμπειν, = in possessionem mittere, Just.Nov.53.4.1.    IV ἐν χειρῶν νομαῖς, = ἐν χειρῶν νόμῳ (cf. νόμος 1.1 e), SIG700.29 (Maced., ii B.C.).

Greek (Liddell-Scott)

νομή: ἡ, (νέμω) ὡς τὸ νομός, βοσκή, τόπος βοσκῆς, ἀμφίβιον... ἔδωκε νομὴν βατράχοισι Κρονίων Βατραχομ. 59· νομὰς νέμειν Ἡρόδ. 1. 110· νομὰς νέμεσθαι αὐτόθι 78, πρβλ. Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 21, 4· ποιμνίων νομαὶ Σοφ. Ο. Τ. 761· νομαὶ βοσκημάτων, ἀγέλαι βοσκημάτων, Ξεν. Ἀν. 3. 5, 2. 2) φορβή, τροφή, Πλάτ. Νόμ. 679Α, Κριτί. 111C, κτλ.· αἷμα, ν. σαρκῶν ὁ αὐτ. ἐν Τιμ. 80Ε· ἡ προσήκουσα ψυχῆς ν. ὁ αὐτ. ἐν Φαίδρ. 248Β· ν. τῶν μελιττῶν τὸ θύμον Ἀριστ. π. τὰ Ἱστ. 9. 40, 46. 3) τὸ βόσκεσθαι, τρέφεσθαι, τρώγειν, ἐπὶ ἀγέλης ἢ ποιμνίου, νομὴ πυρός, ἐξάπλωσις τοῦ πυρός, Πολύβ. 1. 48, 5· ὡσαύτως ἐπὶ ἕλκους διαβρωτικοῦ, ἐξαπλοῦμαι, ὁ αὐτ. Ι. 81, 6· ὡς γάγγραινα νομὴν ἕξει Β΄ Ἐπιστ. πρὸς Τιμόθ. β΄, 17· οὕτω, νομαί, διαβρωτικὰ ἕλκη, Λατ. nomae, πρβλ. Ἱππ. Προρρ. 98· ν. σαρκὸς θηριώδεις Πλούτ. 2. 165Ε. ΙΙ. διαίρεσις, διανομή, Ἡρόδ. 2. 52, Πλάτ. Πρωτ. 321C, κ. ἀλλ.· κληρονομία, Δημ. 948. 15· ἡ τῶν πατρῴων ν. Ἀριστ. Πολιτικ. 5. 4, 4· διεφθαρκὼς νομῇ χρημάτων τὸν δῆμον, διὰ διανομῆς χρημάτων, Αἰσχίν. 38. 11· νομῆς, φιλοδωρήματος, Συλλ. Ἐπιγρ. 1395· καὶ ἐν τῷ πληθ. ἀντὶ τοῦ Λατ. donativa, Ἡρῳδιαν. 3. 8., 5. 5., 6. 8, κ. ἀλλ. 2) προσήκουσα διανομὴ ἐπιδέσμου, Ἱππ. παρὰ Γαλην. 2. 743C, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
I. idée de partager partage, répartition;
II. idée de paître;
1 lieu pour paître, pâturage, pacage;
2 action de paître ; fig. action de se repaître, de dévorer, de ronger.
Étymologie: νέμω.

English (Strong)

feminine from the same as νόμος; pasture, i.e. (the act) feeding (figuratively, spreading of a gangrene), or (the food) pasturage: X eat, pasture.

English (Thayer)

νομῆς, ἡ (νέμω to pasture), from Homer (i. e. batrach.) down;
1. pasturage, fodder, food: in figurative discourse εὑρήσει νομήν, i. e. he shall not want the needful supplies for the true life, Sept. for מִרְעֶה, מַרְעִית, נָוֶה).
2. tropically, growth, increase (German Umsicbfressen, Umsichgreifen): of evils spreading like a gangrene, νομήν ποιεῖται ἕλκος, Polybius 1,81, 6; of a conflagration, τό πῦρ λαμβάνει νομήν, 11,4 (5), 4cf. 1,48, 5; Josephus, b. j. 6,2, 9).

Greek Monolingual

η (ΑΜ νομή)
1. η βοσκή («ἀγρούς σφε πέμψας κἀπὶ ποιμνίων νομάς», Σοφ.)
2. τόπος κατάλληλος για βοσκή, βοσκότοπος («καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει», ΚΔ)
3. τροφή ζώων που βόσκουν, ζωοτροφή («νομὴ δὲ τῶν μελιττῶν τὸ θύμον», Αριστοτ.)
4. διανομή, κατανομή
νεοελλ.
1. (νομ.) η φυσική εξουσία επί πράγματος η οποία ασκείται με πρόθεση κυριότητας
2. ιατρ. βαριά ελκομεμβρανώδης εκτρωτική ή γαγγραινώδης φλεγμονή του βλεννογόνου του στόματος που παρουσιάζεται ως επιπλοκή λοιμωδών νοσημάτων, υποσιτισμού και καχεξίας
3. (κτην.) γάγγραινα του στοματικού βλεννογόνου τών ζώων
μσν.
1. (για ποταμό) το ρεύμα του νερού (ὅταν δὲ πάλιν ὁ ρηθεὶς Νεῑλος ἐπαναστρέψῃ και πρὸς ἰδίαν τὴν νομὴν καὶ τάφρον συνεισέλθῃ», Βί. Αλεξ.)
2. ηγεμονία, κυβέρνηση, διοίκηση
3. άσκηση καθηκόντων
4. συνήθεια, κανόνας, άγραφος νόμος
αρχ.
1. (για φωτιά και για τραύματα, έλκη) εξάπλωση, επέκταση (τῶν δὲ πρώτων εὐθὺς ἁψαμένων οὐκ ἔσχεν ἡ νομὴ χρόνον αἰσθητόν», Πλούτ.)
2. η διαίρεση περιουσίας σε μερίδια μεταξύ τών κληρονόμων, η μοιρασιά, το μοίρασμα
3. η κληρονομιά
4. η τακτοποίηση επιδέσμου κατά την επίδεση τραύματος
5. στον πληθ. αἱ νομαί
διαβρωτικά έλκη («νομαὶ σαρκὸς θηριώδεις», Πλούτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετεροιωμένη βαθμίδα νομ- του θ. νεμ- του ρήματος νέμω (βλ. λ. νέμω και νομός [Ι])].

Greek Monotonic

νομή: ἡ (νέμω
I. 1. βοσκή, βοσκότοπος, σε Ηρόδ., Σοφ.
2. βοσκή, τροφή, σε Πλάτ.
3. η ίδια ενέργεια της βοσκής, της κατανάλωσης τροφής, λέγεται για κοπάδια· μεταφ., νομὴ πυρός, εξάπλωση πυρκαγιάς, σε Πολύβ.· νομὴν ἔχειν, λέγεται για καρκινικό, διαβρωτικό έλκος, εξαπλώνομαι, σε Καινή Διαθήκη
II. μοίρασμα, διανομή, σε Ηρόδ., Πλάτ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

νομή:
1) пастбище, выгон (τῶν βοῶν Her.; ποιμνίων Soph.): νομὰς νέμειν Her. пасти на пастбищах, пользоваться пастбищами;
2) пасущееся стадо (βοσκημάτων Xen.);
3) корм, питание, пища (τῶν μελιττῶν Arst.; ψυχῆς Plat.): αἷμα ν. τοῦ σώματος Plat. кровь - питание тела;
4) пастьба: νομὴν ποιεῖσθαι Arst. пастись (ср. 5);
5) (об огне, язве и т. п.) распространение (πυρός Polyb.): νομὴν ποιεῖσθαι Polyb. и ἔχειν NT шириться;
6) язва (νομαὶ σαρκός Plut.);
7) распределение, раздача, выдача (πατρῴων Arst.; χρημάτων Aeschin.);
8) раздел или доля, часть Dem.

Frisk Etymological English

νομός, νόμος See also: s. νέμω.

Middle Liddell

νομή, ἡ, νέμω
I. a pasture, pasturage, Hdt., Soph.
2. fodder, food, Plat.
3. a feeding, grazing, of herds: metaph., νομὴ πυρός a spreading of fire, Polyb.; νομὴν ἔχειν, of a cancerous sore, to spread, NTest.
II. division, distribution, Hdt., Plat., etc.

Frisk Etymology German

νομή: νομός, νόμος
{nomḗ}
See also: s. νέμω.
Page 2,322

Chinese

原文音譯:nom» 挪姆
詞類次數:名詞(2)
原文字根:適用 相當於: (מִרְעֶה‎) (מַרְעִית‎)
字義溯源:牧草,草場,散布,蔓延;源自(νόμος)=律法,分出);而 (νόμος)出自(νέκρωσις)Y*=分配)
出現次數:總共(2);約(1);提後(1)
譯字彙編
1) 蔓延(1) 提後2:17;
2) 草場(1) 約10:9