Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οὔπω

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: οὔπω Medium diacritics: οὔπω Low diacritics: ούπω Capitals: ΟΥΠΩ
Transliteration A: oúpō Transliteration B: oupō Transliteration C: oypo Beta Code: ou)/pw

English (LSJ)

or οὔ πω, Ion. οὔκω, Adv.

   A not yet, opp. οὐκέτι (no longer, no more), usu. with pres. or past (esp. pf., or aor. in pf. sense) tenses, Il.2.799, Od.13.335, Hes. Op.521, Sc.10, Pl.Prt.322b, Men.Epit.98, etc.; freq. with another word between, as οὐ γάρ πω Il.1.262, 2.192; so οὔ τί κω Hdt.6.110; οὔτι πω A.Pers.179, S.Aj.106, El.513 (lyr.), OC1370; οὐ πέφυκέ πω A.Pr.27, cf. Eu.590, etc.    2 sts. merely as a stronger form of the neg., not, not at all, when it may be used with the pres. or fut., σοὶ δ' οὔ πω… θεοὶ κοτέουσιν Il.14.143, cf. 12.270, Od. 2.118, S.OT594; οὔ πω τλήσομ'… ὁρᾶσθαι Il.3.306, cf. Od.5.358: with aor., A.Fr.241, S.OT105.

German (Pape)

[Seite 416] noch nicht, Hom., Hes. u. Folgde, gew. mit dem Präteritum, selten c. praes.; ll. 14, 143 Od. 2, 118. 3, 226. 11, 184. 13, 335. 23, 116; Tragg., οὔπω σωφρονεῖν ἐπίσταται Aesch. Prom. 984; vgl. Xen. An. 3, 2, 14; – c. fut., Od. 5, 358. – Oft werden die beiden Wörter getrennt (s. πώ). – Soph. O. R. 594 οὔπω τοσοῦτον ἠπατημένος steht für οὔπως.

Greek (Liddell-Scott)

οὔπω: ἢ οὔ πω, Ἰων. οὔκω, ἐπίρρ. ὄχι, ἀκόμη, Λατ. nondum, ἀντίθετ. τῷ οὐκέτι (ὄχι πλέον), ἀείποτε μετὰ παρῳχημ. χρόνων, Ὅμ., Ἡσ., κλ.· συχνάκις δὲ μετὰ παρεμβαλλομένης 6. 110· οὔτι πω Αἰσχύλ Πέρσ. 179, Σοφ., κτλ.· οὐ πέφυκέ πω Αἰσχύλ. Πρ. 27, πρβλ. Εὐμ. 590, κτλ.· - ἀντίθετ. τῷ πρίν, Ἡρόδ. 1. 32· ἴδε οὐδέποτε. 2) ἐνίοτε τίθεται ἁπλῶς ὡς ἰσχυρότερος τύπος τοῦ ἀρνητικοῦ, = οὐδόλως, οὐδαμῶς, ὅτε δύναται νὰ τίθηται μετ’ ἐνεστ. ἢ μέλλ., σοὶ δ’ οὔ πω.. θεοὶ κοτέουσιν Ἰλ. Ξ. 143, πρβλ. Μ. 270, Ὀδ. Β. 118, Σοφ. Ο. Τ. 105, 594· οὔ πω τλήσομ’.. ὁρᾶσθαι Ἰλ. Γ. 306, πρβλ. Ὀδ. Ε. 358.

French (Bailly abrégé)

adv.
1 pas encore;
2 en aucune manière.
Étymologie: οὐ, πώ.

English (Autenrieth)

not yet, by no means.

English (Slater)

οὔπω
   1 notyet φαντὶ δ' ἀνθρώπων παλαιαὶ ῥήσεις οὔπω ἐν πελάγει Ῥόδον ἔμμεν (O. 7.55) ἀντεβόλησεν τῶν ἀνὴρ θνατὸς οὔπω τις πρότερον (O. 13.31) ἀλλ' ἔσται χρόνος οὗτος, ὃ καί τιν ἀελπτίᾳ βαλὼν ἔμπαλιν γνώμας τὸ μὲν δώσει, τὸ δ οὔπω (P. 12.32) οὔπω γένυσι φαίνων τερείνας ματέρ' οἰνάνθας ὀπώραν (N. 5.6) καί μιν οὔπω τεθναότ (N. 10.74)

English (Strong)

from οὐ and -πω; not yet: hitherto not, (no…) as yet, not yet.

English (Thayer)

(from οὐ and the enclitic πω), adverb (fr. Homer down) (differing from μήπω, as οὐ does from μή (which see ad init:) not yet;
a. in a negation: L text T Tr WH; R L WH txt, οὐκ); οὐδείς οὔπω, no one ever yet (see οὐδείς, 2, and cf. οὐ, 3a.), L T Tr WH; L Tr WH; b. in questions, nondumne? do ye not yet etc.: R G; L Tr WH; L text T Tr WH).

Greek Monolingual

οὔπω και οὔ πω και ιων. τ. οὔκω)
επίρρ. όχι ακόμη, ακόμη δεν
νεοελλ.
φρ. α) «ούπω καιρός» — δεν είναι ακόμη ο καιρός
β) «όσον ούπω» — βλ. οσονούπω
αρχ.
(χρησιμοποιείται ως επιτ. αρνήσεως) με κανέναν τρόπο, διόλου.

Greek Monotonic

οὔπω: ή οὔπω, Ιων. οὔκω, επίρρ.
1. όχι ακόμη, Λατ. nondum, αντίθ. προς το οὐκέτι (όχι πλέον, όχι πια), σε Όμηρ., Ησίοδ. κ.λπ.
2. ως επιτετ. τύπος του αρνητικού μορίου, όχι, καθόλου, σοὶ δ' οὔ πω θεοὶ κοτέουσιν, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

οὔπω: ион. οὔκω adv. тж. раздельно
1) еще не: οὔ. λῆγε χόλοιο Hom. (Ахилл) все не унимался в (своем) гневе; καὶ μὴν σύ γ᾽ οὔ. σωφρονεῖν ἐπίστασαι Aesch. a ты еще не знаешь, что такое благоразумие;
2) ни в какой мере, ни в коем случае, никак: ἀλλὰ μάλ᾽ οὔ. πείσομαι Hom. но я ни в коем случае не послушаюсь.

Middle Liddell


1. not yet, Lat. nondum, opp. to οὐκέτι (no longer, no more), Hom., Hes., etc.
2. as a stronger form of the negat., not, not at all, σοὶ δ' οὔ πω θεοὶ κοτέουσιν Il., etc.

Chinese

原文音譯:oÜpw 烏-坡
詞類次數:副詞(23)
原文字根:不-(正如 尚)(?那)
字義溯源:尚未,還沒有,還不,還未,還沒,仍不,未,從來,並不是,沒有;由(οὐ)*=不)與(πώς)=尚)組成;其中 (πώς)出自(πώς / ποταπῶς)=未知如何), (πώς / ποταπῶς)出自(πού)=大約,某處),而 (πού)又出自(πορφυρόπωλις)X*=有些,甚麼)。註:和合本有時將 (οὔπω)分為 (οὐ)與 (πώς)兩個字,參讀 (οὐ)同源字
出現次數:總共(23);太(2);可(3);路(1);約(10);林前(1);腓(1);來(2);約壹(1);啓(2)
譯字彙編
1) 還沒有(8) 可13:7; 約2:4; 約3:24; 約7:8; 約20:17; 來12:4; 啓17:10; 啓17:12;
2) 還不(4) 太16:9; 太24:6; 可8:17; 來2:8;
3) 還未(3) 約7:30; 約8:20; 約壹3:2;
4) 從來(2) 可11:2; 路23:53;
5) 還沒(2) 約7:39; 約8:57;
6) 並不是(1) 腓3:13;
7) 仍不(1) 林前8:2;
8) 未(1) 約11:30;
9) 沒有(1) 約6:17