Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θρασύτης

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: θρᾰσύτης Medium diacritics: θρασύτης Low diacritics: θρασύτης Capitals: ΘΡΑΣΥΤΗΣ
Transliteration A: thrasýtēs Transliteration B: thrasytēs Transliteration C: thrasytis Beta Code: qrasu/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ,

   A over-boldness, Hp.Lex4, Th.2.61, Lys.3.45; θ., = τὸ σφόδρα θαρρεῖν, Arist.Rh.1390a31, cf. EN1108b31: pl., Isoc.4.77; ἀνδρεῖαι καὶ θ. D.Prooem.45.

German (Pape)

[Seite 1216] ητος, ἡ, Keckheit, Kühnheit; Thuc. 2, 61; nach Plat. Defin. 416 ὑπερβολὴ θράσους; Ggstz δειλία, Tim. 87 a; den plur. braucht Isocr. 4, 27.

Greek (Liddell-Scott)

θρασύτης: -ητος, ἡ, ὑπερβολικὴ τόλμη, αὐθάδεια, Ἱππ. Νόμ. 2, Θουκ. 2. 61, Λυσ. 100. 21∙ θρ. = τὸ σφόδρα θαρρεῖν, Ἀριστ. Ρητ. 2. 14, 1, πρβλ. Ἠθ. Ν. 2. 8, 5∙ - πληθ., Ἰσοκρ. 56Β, Δημ. 1452, 18.

French (Bailly abrégé)

ητος (ἡ) :
hardiesse, audace.
Étymologie: θρασύς.

Greek Monotonic

θρᾱσύτης: -ητος, ἡ, υπερβολική τόλμη, αυθάδεια, ξεδιαντροπιά, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

θρᾰσύτης: ητος (ῠ) ἡ
1) безмерная смелость (θ. ὑπερβολὴ θράσους, sc. ἐστίν Plat.; θ. τὸ σφόδρα θαρρεῖν ἐστιν Arst.);
2) преимущ. дерзость, наглость (θ. καὶ τόλμη Lys. и θρασύτητες καὶ τόλμαι Isocr.; ἄνεσις καὶ θ. Plut.).

Middle Liddell

θρᾰσύτης, ητος,
over-boldness, audacity, Thuc.