Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεγαληνορία

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μεγᾰληνορία Medium diacritics: μεγαληνορία Low diacritics: μεγαληνορία Capitals: ΜΕΓΑΛΗΝΟΡΙΑ
Transliteration A: megalēnoría Transliteration B: megalēnoria Transliteration C: megalinoria Beta Code: megalhnori/a

English (LSJ)

Dor. μεγᾰλ-ᾱνορία, ἡ, A manliness, self-confidence, Pi.N.11.44 (pl.). 2 haughtiness, E.Ph.184 (lyr., sed -ηγορ- Sch.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 105] ἡ, große Mannhaftigkeit, hoher Muth, gew. tadelnd, Hochmuth, μεγαλανορίαις ἐμβαίνομεν, Pind. N. 11, 44; μεγαλανορίαισιν ἐμὰς φρένας οὐ φοβήσεις, Eur. Heracl. 357; Phoen. 185; Mesomed. Hymn. in Nemes. 19.

Greek (Liddell-Scott)

μεγᾰληνορία: ἡ, μεγαλοφροσύνη, μεγαλοψυχία, Πινδ. Νεμ. 11. 57, ἐν τῷ πληθυντ.· - ὑπερηφανία, Εὐρ. Φοίν. 185, Ἡρακλεῖδαι 356.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 grand dessein;
2 orgueil.
Étymologie: μεγαλήνωρ.

Greek Monolingual

μεγαληνορία, δωρ. τ. μεγαλανορία, ἡ (Α) μεγαλήνωρ
1. μεγαλοφροσύνη, μεγαλοψυχία
2. περηφάνια.

Greek Monotonic

μεγᾰληνορία: ἡ, μεγάλη ανδρεία, περήφανη αυτοεκτίμηση, υπεροψία, σε Πίνδ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

μεγᾰληνορία: дор. μεγᾰλᾱνορία ἡ
1) уверенность в себе, самоуверенность Pind.;
2) высокомерие, надменность Eur.

Middle Liddell

μεγᾰληνορία, ἡ,
great manliness, proud self-confidence, haughtiness, Pind., Eur. [from μεγᾰλήνωρ]