Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θύραζε

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: θύραζε Medium diacritics: θύραζε Low diacritics: θύραζε Capitals: ΘΥΡΑΖΕ
Transliteration A: thýraze Transliteration B: thyraze Transliteration C: thyraze Beta Code: qu/raze

English (LSJ)

[ῠ], Adv., for θύρασδε,

   A to the door, and so, out of doors, ἐκ δὲ θ. ἔδραμον Il.18.29, cf. 416, Od.15.62; δόμων ἐξῆγε θ. ib.465.    2 generally, out, Il.5.694, Od.15.451, etc.; ἔκβασις… ἁλὸς πολιοῖο θ. a way of getting out of the sea, 5.410; ἰχθὺν ἐκ πόντοιο θ. [ἕλκειν] Il. 16.408, cf. 21.237; ἐπὶ πρύμνῃσιν ἐείλεον οὐδὲ θ. εἴων ἐξιέναι 18.447; ἐξενεγκὼν θ. Ar.Ach.359; ἐξέλκειν τινὰ θ. Id.Eq.365; θ. ἐξιέναι Id.V. 70; ἐκχεῖν θ. empty outside, Id.Fr.306; καρδίαν θ. ἔχειν E.Fr.1063.12; τὰ θ. outside, opp. τὰ ἔνδον, Id.Or.604; θ. ζῳοτοκεῖν or ᾠοτοκεῖν, Arist.GA718b32, 719b19; ῥεῖ διὰ τῶ σώματος ἔξω θ. τὰ πνεύματα Ti. Locr.102a.    3 c. gen., θ. τῶν νόμων without the law, E.Ba.331; θ. Ἀττικῶς, ἔξω Ἑλληνικῶς Moer.p.185 P.

German (Pape)

[Seite 1226] nach der Thür, zur Thür hinaus; ἐμὲ δόμων ἐξῆγε θύραζε Od. 15, 465; Il. 18, 29. 416; ἔνδον καθείρξας ἵνα θύραζε μὴ 'ξίῃ Ar. Vesp. 70; übh. hinaus, ἔκβασις οὔπη φαίνεθ' ἁλὸς πολιοῖο θύραζε, Ausweg aus dem Meere heraus, Od. 5, 410; ἐκ μηροῦ δόρυ ὦσε θύραζε, er stieß den Speer aus der Hüfte heraus, Il. 5, 694; aus dem Wasser ans Land, 21, 237; aus den Schiffen, 18, 447; οὐδὲ θύραζε ἐξέπτη Hes. O. 97; θύραζε τῶν νόμων Eur. Bacch. 330; ῥεῖ διὰ τοῦ σώματος ἔξω θύραζε. τὰ πνεύματα Plat. Tim. Locr. 102 a; Ggstz οὔτ' ἔνδοθεν οὔτε θύραζε Soph. Tr. 1017; τά τ' ἔνδον εἰσὶ τά τε θύραζε δυστυχεῖς Eur. Or. 604; οἱ θύραζε, die draußen, Ar. Ran. 751; Sp., ᾠοτοκεῖν θύραζε Arist. gen. an. 1, 10. – Nach Moeris attisch für ἔξω.

Greek (Liddell-Scott)

θύραζε: Ἐπίρρ., κυρίως θύρασδε, εἰς τὴν θύραν, ἑπομένως ἔξω τῆς θύρας, Λατ. foras, ἐκ δὲ θύραζε ἔδραμον Ἰλ. Σ. 29, πρβλ. 416· δόμων ἐξῆγε θύραζε Ὀδ. Ο. 62, 465. 2) καθόλου, ἔξω, Ἰλ. Ε. 694 (ἴδε ἐν λ. ἐξωθέω), Ὀδ. Ο. 451. κτλ.· ἔκβασις... ἁλὸς πολιοῖο θύραζε, ἔξω τῆς θαλάσσης, Ε. 410· ἰχθὺν ἐκ πόντοιο θ. ἕλκειν Ἰλ. Π. 408, πρβλ. Φ. 237· οὐδὲ θ. εἴων ἐξιέναι, ἔξω τοῦ πλοίου, Σ. 447: - οὕτω παρ’ Ἀττ., ἐκφέρειν θ. Ἀριστοφ. Ἀχ. 359· ἐξέλκειν τινὰ θ. ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 365, πρβλ. Σφ. 70· ἐκχέω θύραζε, χύνω ἔξω, ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 290· οἱ θ., οἱ ἐκτός, ὁ αὐτ. ἐν Βατρ. 748· τὰ θ., τὰ ἐκτός, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἔνδον, οἷς δὲ μὴ πίπτουσιν εὖ, τά τ’ ἔνδον εἰσὶ τά τε θύραζε δυστυχεῖς Εὐρ. Ὀρ. 604· θ. ᾠοτοκεῖν ἢ ζῳοτοκεῖν Ἀριστ. π. Γεν. Ζ. 1. 10., 1. 12, 6, κ. ἀλλ. 3) μετὰ γεν., θ. τῶν νόμων, ὡς τὸ ἔξω, Εὐρ. Βάκχ. 331, πρβλ. Μοῖριν 185.

French (Bailly abrégé)

adv.
1 à la porte avec mouv.
2 p. ext. au dehors avec mouv. : ἐκ μηροῦ δόρυ ὦσε θύραζε IL il tira la javeline de la cuisse et l’amena au dehors ; ἔκβασις ἁλὸς θύραζε OD moyen de sortir hors de la mer.
Étymologie: θύρασ-δε.

English (Autenrieth)

to the door, forth, out, Il. 5.694, Od. 5.410.

Greek Monolingual

θύραζε (Α)
επίρρ.
1. έξω από την πόρτα
2. έξω, εκτός (α. «οἱ θύραζε» — αυτοί που βρίσκονται έξω, οι εκτός
β. «θύραζε τῶν νόμων» — εκτός νόμου).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θύραζε < θύρας-δε < αιτ. πληθ. θύρας + δε (I)].

Greek Monotonic

θύραζε: επίρρ. κυρίως, θύρασ-δε,
1. έξω από την πόρτα, έξω στην πόρτα, Λατ. foras, σε Όμηρ.
2. γενικά, έξω, στον ίδ.· θύραζε ἐξιέναι, εξέρχομαι από το πλοίο, αποβιβάζομαι, σε Ομήρ. Ιλ.· ομοίως στην Αττ., ἐκφέρειν θύραζε, ἐξέλκειν τινὰ θύραζε, σε Αριστοφ.· οἱ θύραζε, αυτοί που κάθονται, βρίσκονται έξω, στον ίδ.
3. με γεν., ἁλὸς θύραζε, έξω από τη θάλασσα, σε Ομήρ. Οδ.· θύραζε τῶν νόμων, όπως το ἔξω, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

θύραζε:
I (ῠ) adv. [из *θύρα-(σ)δε]
1) наружу, тж. вон, прочь: ἐκ θ. ἔδραμον Hom. (они) выбежали вон; ἔκβασις ἁλὸς θ. Hom. выход из моря, т. е. способ добраться до земли; ἐκφέρειν или ἐξέλκειν θ. Arph. выносить из дому;
2) вне, снаружи: τά τ᾽ ἔνδον, τά τε θ. Eur. как дома, так и вне дома; οἱ θ. Arph. посторонние, чужие; αἱ θ. συνουσίαι Arst. связи вне дома, т. е. супружеские измены.
II praep. cum gen. вне: θ. τῶν νόμων Eur. вне законов.

Middle Liddell


1. properly θύρασ-δε, out to the door, out of the door, Lat. foras, Hom.
2. generally, out, Hom.; θ. ἐξιέναι to go out of the ship, Il.:—so in attic, ἐκφέρειν θ., ἐξέλκειν τινὰ θ. Ar.; οἱ θ. those outside, Ar.
3. c. gen., ἁλὸς θ. out of the sea, Od.; θ. τῶν νόμων, like ἔξω, Eur.