Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐκπρεπής

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἐκπρεπής Medium diacritics: ἐκπρεπής Low diacritics: εκπρεπής Capitals: ΕΚΠΡΕΠΗΣ
Transliteration A: ekprepḗs Transliteration B: ekprepēs Transliteration C: ekprepis Beta Code: e)kpreph/s

English (LSJ)

ές,

   A distinguished out of all, pre-eminent, remarkable, ἐν πολλοῖσι Il.2.483 ; μία ἐ. [νίκα] Pi.P.7.12 ; μεγέθει ἐκπρεπεστάτα A.Pers.184 ; εὐγένειαν ἐκπρεπεῖς ib. 442 ; εἶδος ἐκπρεπεστάτη E.Alc.333 ; ῥόδα..τιθήνημ’ ἔαρος -έστατον Chaerem.13 ; ἐ. φύσιν Nausicr.2.6 ; κότταβος..ἐκπρεπὲς ἔργον Critias 2.1 ; ἐ. [ἰδέα] Pl.Phdr.238a ; -έστερα ζῷα Arist.Phgn.810a8. Adv. -πῶς splendidly, κεκόσμηται Plb.5.59.8 : poet. -έως IG3.121 : Comp. -έστερον more conspicuously, D.C.44.40.    II of things, = ἔξω τοῦ πρέποντος, extraordinary, οὐδὲν -έστερον παθεῖν Th.3.55. Adv. -πῶς without reasonable grounds, Id.1.38 : Sup. -έστατα τιμωρῆσαι X.Smp.8.31.

German (Pape)

[Seite 776] ές, aus andern hervorstechend, ausgezeichnet; ἐν πολλοῖσιν Il. 2, 483; Ὀλυμπιὰς νίκα Pind. P. 7, 14; ψυχήν τ' ἄριστοι κεὐγένειαν ἐκπρεπεῖς Aesch. Pers. 434; μεγέθει τῶν νῦν ἐκπρεπεστάτη πολύ 180; εἶδος ἐκπρεπεστάτη, an Gestalt, Eur. Alc. 334 u. öfter; in Prosa, Plat. Phaedr. 238 a u. Sp., wie Pol. 2, 69, 1. Auch tadelnd, über das Schickliche hinaus, übermäßig, παθεῖν Thuc. 3, 55, wie ἐκπρεπῶς, 1, 38.

Greek (Liddell-Scott)

ἐκπρεπής: -ές, διαπρέπων, διαπρεπής, Ἀτρεΐδην θῆκε Ζεὺς... ἐκπρεπέ’ ἐν πολλοῖσι καὶ ἔξοχον ἡρώεσσιν Ἰλ. Β. 483· μία ἐκπρ. νίκα Πίνδ. ΙΙ. 7. 13· μεγέθει ἐκπρεπεστάτα Αἰσχύλ. Πέρσ. 184· εὐγένειαν ἐκπρεπεῖς αὐτόθι 442· εἶδος ἐκπρεπεστάτη Εὐρ. Ἀλκ. 333· ἐκπρ. γενέσθαι Πλάτ. Φαῖδρ. 238Α ἐκπρεπέστερα ζῷα Ἀριστ. Φυσιογν. 5, 12. - Ἐπίρρ. -πῶς, ἐξόχως, Πολύβ. 5. 59, 8, κτλ. ΙΙ. ἐπὶ πραγμάτων, ἔξω τοῦ πρέποντος Θουκ. 3. 55· οὕτως, ἐπίρρ. -πῶς, παραλόγως, ὁ αὐτ. 1. 38· ὑπερθ. -έστατα Ξεν. Συμπ. 8. 31.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
1 remarquable, supérieur, distingué : ἐν πολλοῖσι IL entre beaucoup ; τινι ou τι remarquable entre tous par qch;
2 en mauv. part inconvenant, monstrueux.
Étymologie: ἐκπρέπω.

English (Autenrieth)

έος (πρέπω): conspicuous, distinguished, Il. 2.483†.

English (Slater)

ἐκπρεπής
   1 outstanding μία δ' ἐκπρεπὴς Διὸς Ὀλυμπιάς (sc. νίκα) (P. 7.14)

Spanish (DGE)

-ές

• Morfología: [plu. nom. ἐκπρεπέες Arr.Ind.20.9, adv. -έως IG 22.3015.7 (III d.C.)]
I 1distinguido, notable, que destaca c. ἐν y dat. de pers. o anim. ἐκπρεπέ' ἐν πολλοῖσι καὶ ἔξοχον ἡρώεσσιν Il.2.483, cf. Alcm.1.46, c. dat. de cualidad μεγέθει ... ἐκπρεπεστάτα de dos mujeres, A.Pers.184, κάλλει Ph.1.339, cf. IKais.Lyk.20 (imper.), ἀμωμήτοις ἤθεσιν ἐ. GVI 775.4 (Teos, heleníst.), c. ac. rel. εὐγένειαν ἐκπρεπεῖς A.Pers.442, εἶδος ... ἐκπρεπεστάτη γυνή E.Alc.333, cf. Tr.987, ἐκπρεπεῖς φύσιν Nausicr.1.6, abs. ἐκπρεπὲς εἶδος h.Hom.32.16, μία (νίκα) δ' ἐ. Pi.P.7.13/14, ῥόδα ... τιθήνημ' ἔαρος ἐκπρεπέστατον Chaerem.13.2, κότταβος ... ἐ. ἔργον Critias Eleg.1, τούτων τῶν ἰδεῶν ἐ. ἣ ἂν τύχῃ γενομένη de esas formas la que llegue a destacar Pl.Phdr.238a, ζῷα Arist.Phgn.810a8, cf. LXX 3Ma.3.17, ἐκπρεπέστατον ἔργον Ph.2.151, θυσίας τοῖς θεοῖς ἐκπρεπεστάτας ἐπιτελέσαι Sardis 8.15 (I a.C.), κτίσεις τοῦ θεοῦ ... ἐκπρεπεῖς καὶ δυναταί Herm.Vis.1.1.3, σπουδαὶ τῶν τριηράρχων ... ἐκπρεπέες Arr.Ind.20.9
compar. neutr. como adv. de manera distinguida ἐκπρεπέστερον αὐτὴν ἐπεδείξατο D.C.44.40.1.
2 extraordinario, fuera de lo común οὐδὲν ἐκπρεπέστερον ὑπὸ ἡμῶν ... ἐπάθετε Th.3.55
sup. neutr. como adv. ἐκπρεπέστατα τιμωρῆσαι X.Smp.8.31.
II adv. -ῶς
1 de manera distinguida o espléndida κεκόσμηται ... ἐ. Plb.5.59.8, ἐ. ἀέθλοισιν ἐπασκήσας ... ἐφήβους IG l.c., μορφὴν ... ἐ. ἐποχουμένην Plot.1.6.3, cf. SEG 4.707.7 (Cízico I d.C.).
2 con carácter extraordinario ἐπεστρατεύειν ἐ. Th.1.38.

Greek Monolingual

ἐκπρεπής, -ές (Α)
1. διαπρεπής, υπέροχος («ἐκπρεπεστάτη γυνή», Ευρ. Αλκ.)
2. έξω του πρέποντος, απρεπής.

Greek Monotonic

ἐκπρεπής: -ές (ἐκπρέπω
I. αυτός που διακρίνεται, που ξεχωρίζει από όλους, υπέρτερος, αξιόλογος, διακεκριμένος, διαπρεπής, σε Ομήρ. Ιλ.· μεγέθει ἐκπρεπεστάτα, σε Αισχύλ.· εἶδος ἐκπρεπεστάτη, σε Ευρ.
II. = ἔξω τοῦ πρέποντος, απρεπώς, τερατωδώς, φρικιαστικά, ανάρμοστα, σε Θουκ.· ομοίως και επιρρ. -πῶς, παράλογα, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἐκπρεπής:
1) выдающийся, замечательный (ἐν πολλοισιν Hom.; νίκα Pind.; ζῷα Arst.; πανοπλίαι Plut.): ἐ. τι Aesch., Plut. и τινι Aesch. замечательный чем-л.;
2) значительный, чрезмерный, особенный: οὐδὲν ἐκπρεπέστερον ὑπὸ ἡμῶν ἐπάθετε Thuc. никаких особенных обид вы от нас не видели.

Middle Liddell

ἐκπρεπής, ές ἐκπρέπω
I. distinguished out of all, preeminent, remarkable, Il.; μεγέθει ἐκπρεπεστάτα Aesch.; εἶδος ἐκπρεπεστάτη Eur.
II. = ἔξω τοῦ πρέποντος, unseemly, monstrous, Thuc.: so adv. -πῶς, without reasonable grounds, Thuc.