Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὐδόκιμος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: εὐδόκῐμος Medium diacritics: εὐδόκιμος Low diacritics: ευδόκιμος Capitals: ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ
Transliteration A: eudókimos Transliteration B: eudokimos Transliteration C: evdokimos Beta Code: eu)do/kimos

English (LSJ)

ον,

   A in good repute, honoured, famous, glorious, στρατιά A.Pers.858 (lyr.); θανάτου μέρος E.Heracl.621 (lyr.); εὐ. εἴς τι, πρός τι, in Sup., Pl. Ap.29d, Lg.878a; ἐπί τινι Plu.Lys.22; ἐν πᾶσιν Pl.Lg.631b; τὴν πατρίδα ἐν τῇ Ἑλλάδι -ωτέραν ποιεῖν X.Mem.3.7.1.

German (Pape)

[Seite 1063] in Ansehen stehend, Beifall habend, στρατιά Aesch. Pers. 843; θανάτου μέρος Eur. Heracl. 021; γέγονεν ἐν τῷ πολέμῳ Plat. Lach. 183 c, im Kriege; ἐν τοῖς Ἕλλησιν, unter den Griechen, Legg. I, 631 b, wie Xen. Mem. 3, 7, 1; τὴν πόλιν ποιεῖν Plat. Legg. XII, 950 e; εὐδ. τά τε ἄλλα καὶ εἰς τὸν πόλεμον, in Beziehung auf den Krieg; ἐπί τινι, Plut. Lys. 22 a u. A.

Greek (Liddell-Scott)

εὐδόκῐμος: -ον, ὁ εὐδοκιμῶν εἴς τι, ἔντιμος, ἔνδοξος, ἐπιτυχής, στρατιά Αἰσχύλ. Πέρσ. 857· θάνατος Εὐρ. Ἠρακλ. 621· εὐδ. εἴς τι, πρός τι, Πλάτ. Ἀπολλ. 29D, Νόμ. 878Α· ἐπί τινι Πλουτ. Λύσανδρ. 22· ἐν πᾶσιν Πλάτ. Νόμ. 631Β· ἐν τῇ Ἑλλάδι Ξεν. Ἀπομν. 3. 7, 1.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui jouit d’une bonne réputation, considéré, estimé, honoré;
Cp. εὐδοκιμώτερος, Sp. εὐδοκιμώτατος.
Étymologie: εὖ, δόκιμος.

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ εὐδόκιμος, -ον) ευδοκώ
αυτός που επιτυγχάνει σε κάτι, ο επιτυχής, ο αποτελεσματικός («ευδόκιμη υπηρεσία»)
αρχ.
ευυπόληπτος, ένδοξος, τιμημένος («εὐδοκίμους στρατιάς», Αισχύλ.).
επίρρ...
ευδοκίμως (Α εὐδοκίμως)
με ευδόκιμο τρόπο, με επιτυχία.

Greek Monotonic

εὐδόκῐμος: -ον, αυτός που έχει καλή φήμη, τιμημένος, ένδοξος, δοξασμένος, επιτυχής, σε Αισχύλ., Ευρ.· πρός τι, σε κάτι, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

εὐδόκῐμος: пользующийся доброй славой, славный, окруженный почетом или уважением (στρατιά Aesch.; γυνή Plut.; εἴς или πρός τι Plat., ἐπί или ἔν τινι и περι τι Plut.): εὐδόκιμον θανάτου μέρος Eur. доблестная смерть.

Middle Liddell

εὐ-δόκῐμος, ον
in good repute, honoured, famous, glorious, Aesch., Eur.; πρός τι in a thing, Plat.