Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λόγιμος

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: λόγιμος Medium diacritics: λόγιμος Low diacritics: λόγιμος Capitals: ΛΟΓΙΜΟΣ
Transliteration A: lógimos Transliteration B: logimos Transliteration C: logimos Beta Code: lo/gimos

English (LSJ)

η, ον Hdt.2.98, also ος, ον Id.6.106: (λέγω B):—

   A worth mention, notable, famous, πόλις Il.cc.; πόλισμα, ἔθνος, ἀνήρ, Id.1.143, 171,9.64; λ. ἐς τὰ πρῶτα Id.9.16; -ώτατος ib.37; as epith. of temples in Egypt, ἱερὸν λ. PTeb.302.4 (i A.D.), etc. (ἐλλόγιμος is more freq.).

German (Pape)

[Seite 56] gew. 2 Endgn, der Rede werth, angesehen, berühmt; Her. oft von Menschen u. Städten, ἀνήρ, 9, 64, πόλισμα, 1, 143, ἐς τὰ πρῶτα, 9, 116, λογιμώτατον ἔθνος, 1, 171 u. sonst. Gebräuchlicher ist ἐλλόγιμος.

Greek (Liddell-Scott)

λόγιμος: -η, -ον, ὡσαύτως ος, ον, (λόγος) ἄξιος λόγου, ἀξιόλογος, περίφημος, πόλισμα, ἔθνος, ἀνήρ, κτλ., Ἡρόδ. 1. 143, 171, κτλ.· λ. ἐς τὰ πρῶτα 9. 116· λογιμώτατος 9. 37· - ἀλλὰ συνηθέστερον εἶναι τὸ ἐλλόγιμος. - Ἴδε Κόντου Σχόλ. ἐν «Ἀθηνᾶς» τ. Β΄, σ. 403.

French (Bailly abrégé)

η, ον :
digne de mention, notable, remarquable;
Sp. λογιμώτατος.
Étymologie: λόγος.

Greek Monolingual

λόγιμος, -η, -ον, θηλ. και -ος (AM)
αξιόλογος, περίφημος, εκλεκτόςπόλισμα λόγιμον», Ηρόδ.)
μσν.
μορφωμένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λόγος + κατάλ. -ιμος(πρβλ. δόκ-ιμος, ωφέλ-ιμος)].

Greek Monotonic

λόγιμος: -η, -ον και λόγιμος, -ον (λόγος), άξιος λόγου, αξιόλογος, περίφημος, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

λόγῐμος: и 2 заслуживающий упоминания, значительный, тж. замечательный, влиятельный (ἀνήρ, ἔθνος, πόλισμα Her.).

Middle Liddell

λόγιμος, η, ον λόγος
worth mention, notable, remarkable, famous, Hdt.