Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!


Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: μεταμέλομαι Medium diacritics: μεταμέλομαι Low diacritics: μεταμέλομαι Capitals: ΜΕΤΑΜΕΛΟΜΑΙ
Transliteration A: metamélomai Transliteration B: metamelomai Transliteration C: metamelomai Beta Code: metame/lomai

English (LSJ)

rare exc. in pres. and impf.: fut. -

   A μελήσομαι Phld.Rh.2.16 S., also -μεληθήσομαι LXX Ps.109(110).4, Sch.E.Ph. 899: aor. -εμελήθην Plb.8.23.2, D.S.19.75, later -ήσθην PThead. 51.15 (iv A. D.); also Ep. μετεμέμβλετο prob. in Panyas. in Et.Gen. s.v. μῦθος (Coll.Alex.p.249 Powell): pf. -μεμέλημαι LXX 1 Ma.11.10, Phld.Vit.p.34 J.:—feel repentance, regret:—Constr.:    1 c. part., μετεμέλοντο οὐ δεξάμενοι they repented that they had not... Th.4.27, cf. 7.50; μ. ὅτιId.5.14; ὁ μεταμελόμενος Arist.EN1110b23.    2 μεταμέλεσθαί τινι repent at a thing, D.S.15.9; ἐπί τινι Id.19.75; τινων Phalar.Ep.43.    3 abs., change one's purpose or line of conduct, X.Cyr.4.6.5, Plb.4.50.6.    II causal in fut. part., τὸ μεταμελησόμενον that which will cause regret, matter for future repentance, X.Mem.2.6.23.    III = μεταμέλει 1.1, μεταμέλεσθαι αὐτοῖς περὶ ὧν ἂν συμβουλεύσωνται Pl.Demod.382d.:—the form μεταμελέομαι, censured by Thom.Mag.p.123 R., occurs in Hp.Ep.27.

Greek (Liddell-Scott)

μεταμέλομαι: σπανίως ἐν χρήσει ἐξερουμένου τοῦ ἐνεστ. καὶ παρατ.: μέλλ. -μελήσομαι (ἴδε κατωτ.)· ὡσαύτως -μεληθήσομαι Σχολ. εἰς Φοιν. 899, Ἑβδ.· ἀόρ. -εμελήθην Πολύβ.· πρκμ. -μεμέλημαι Ἑβδ. (Α΄ Μακκ. ΙΑ΄, 10)· ἀποθ. (μεταμέλει). Μετανοῶ, Συντάσσ: 1) μετὰ μετοχ., μετεμέλοντο οὐ δεξάμενοι, μετενόουν ὅτι δέν..., Θουκ. 4. 27, πρβλ. 7. 50· οὕτω, μετ. ὅτι..., ὁ αὐτ. 5. 141· ὁ μεταμελόμενος Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 3. 1, 13. 2) μεταμέλεσθαί τινι, μετανοεῖν ἐπί τινι, Πλάτ. Δημόδ. 382D, Διόδ. 15. 9· ἐπί τινι ὁ αὐτ. 19. 75· περί τινος Φάλαρ. 76. 3) ἀπολ., μετανοῶ ἐπί τινι πράξει, δεικνύω μεταμέλειαν, μεταβάλλω διαγωγήν, ὁ δὲ κατακτανὼν ὥσπερ ἐχθρὸν ἀπολέσας οὔτε μεταμελόμενος πώποτε φανερὸς ἐγένετο, οὔτε κτλ. Ξεν. Κύρ. 4. 6, 5. ΙΙ. Μεταβατ. ἐνεργείας κατὰ μετοχ. τοῦ μέλλ., τὸ μεταμελησόμενον, ἐκεῖνο ὅπερ θὰ προξενήσῃ μετάνοιαν, δύνανται δέ... καὶ τὴν ὀργὴν κωλύειν εἰς τὸ μεταμελησόμενον προϊέναι, δύνανται δὲ καὶ τὴν ὀργὴν νὰ ἐμποδίζωσιν ὥστε νὰ μὴ προβαίνῃ μέχρι σημείου μεταμελείας, ὁ αὐτ. ἐν Ἀπομν. 2. 6, 23. ― Ὁ τύπος μεταμελέομαι, ὃν κατακρίνει ὁ Θωμ. Μ., ἀπαντᾷ παρ’ Ἱππ. 1295. 31, καὶ ὡς διάφορ. γραφ. παρ’ Ἡροδ. 3. 36, κτλ.

French (Bailly abrégé)

v. μεταμέλω.

English (Thayer)

imperfect μετεμελόμην; passive, 1st aorist μετεμελήθην; 1future μεταμεληθήσομαι; (from μέλομαι, middle of μέλω); from Thucydides down; the Sept. for נִחַם; a deponent passive; properly, it is a care to one afterward (see μετά, III:2), i. e. it repents one; to repent oneself (in R. V. uniformly with this reflexive rendering (except regret)): SYNONYMS: μεταμέλομαι, μετανοέω: The distinctions so often laid down between these words, to the effect that the former expresses a merely emotional change the latter a change of choice, the former has reference to particulars the latter to the entire life, the former signifies nothing but regret even though amounting to remorse, the latter that reversal of moral purpose known as repentanceseem hardly to be sustained by usage. But that μετανοέω is the fuller and nobler term, expressive of moral action and issues, is indicated not only by its derivation, but by the greater frequency of its use, by the fact that it is often employed in the imperative (μεταμέλομαι never), and by its construction with ἀοπ, ἐκ (cf. ἡ εἰς Θεόν μετάνοια, Trench, N. T. Synonyms, § lxix.; especially Gataker, Adv. Post. xxix.]

Greek Monolingual

(ΑM μεταμέλομαι)
βλ. μεταμελούμαι.

Greek Monotonic

μεταμέλομαι: (μεταμέλει), μέλ. -μελήσομαι, αόρ. αʹ -εμελήθην·
I. αποθ., αισθάνομαι μεταμέλεια, μετανιώνω, έχω τύψεις, με μτχ., μεταμέλοντο οὐ δεξάμενοι, μετάνιωσαν που δεν είχαν δεχτεί, σε Θουκ.· αμτβ., αλλάζω επιδίωξη ή διεύθυνση, κατεύθυνση, σε Ξεν.
II. ως μτβ. ενεργείας στη μτχ. μέλ., τὸ μεταμελησόμενον, αυτό που πρόκειται να προκαλέσει τύψεις, ζήτημα για μελλοντική μετάνοια, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

μεταμέλομαι: раскаиваться, сожалеть (τινι Plat.; ἐπί τινι Diod.): μετεμέλοντο τὰς σπονδὰς οὐ δεξάμενοι Thuc. они раскаивались, что не заключили договора; τὸ μεταμελησόμενον Xen. то, о чем придется жалеть; ὁ μεταμελόμενος Xen., Arst. и ὁ μεταμεληθείς NT раскаивающийся (раскаявшись) - см. тж. μεταμέλω.