Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μῆχος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: μῆχος Medium diacritics: μῆχος Low diacritics: μήχος Capitals: ΜΗΧΟΣ
Transliteration A: mē̂chos Transliteration B: mēchos Transliteration C: michos Beta Code: mh=xos

English (LSJ)

εος, τό,

   A means, expedient, remedy, Il.2.342, Od.12.392, Hdt. 2.181, 4.151; κακῶν E.Andr.536 (lyr.); νόσω Theoc.2.95: c. inf., οὐδὲν ἔσται μ. ὠφελεῖν πάτραν Lyc.1459. (Cf. Goth. mag 'can'; if μηχανή (Dor. μᾱχ-) is cogn., μᾶχος must be read in Theoc. l.c. with some codd.)

German (Pape)

[Seite 181] τό, poet. = μηχανή, künstliches Mittel, Hülfsmittel; οὐδέ τι μῆχος εὑρέμεναι δυνάμεσθα, Il. 2, 342, vgl. 9, 249, οὐδέ τι μῆχος ῥεχθέντος κακοῦ ἔστ' ἄκος εὑρεῖν, gegen ein Uebel, u. Od. 12, 392. 14, 238; κακῶν, Eur. Andr. 537; κακοῦ, auch Her. 2, 181. 4, 151; νόσῳ, Theocr. 2, 95; Anacr. 25, 17.

Greek (Liddell-Scott)

μῆχος: τό, ἀρχαία ποιητικὴ ῥίζα τοῦ μηχανή, μέσον, τρόπος θεραπείας, Ἰλ. Β. 342· μῆχος κακοῦ, θεραπεία κακοῦ, ὡς τὸ ἄκος, Ὀδ. Μ. 392, Ἡρόδ. 2. 181., 4. 151· κακῶν Εὐρ. Ἀνδρ. 536· νόσῳ Θεόκρ. 2. 95· - οὕτω καὶ φρουρᾶς ἐτείας μῆχος Αἰσχύλ. Ἀγ. 2 (κατὰ τὸν Valck. ἀντὶ μῆκος, ἂν καὶ ἀλλαχοῦ ὁ Αἰσχύλ. ἀείποτε μεταχειρίζεται τὸν τύπον μῆχαρ)· μετ’ ἀπαρ., Λυκόφρ. 1459. (Ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης παράγονται τά: μῆχαρ, μηχανή, μηχανάομαι· πρβλ. Γοτθ. mag-an (δύνασθαι, ἰσχύειν), mah-ts (δύναμις)· Γερμαν. mögen, vermög-en, mach-t, Ἀγγλ. migh-t.

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
moyen, particul. expédient, remède, préservatif : τινός, contre qch.
Étymologie: R. Μαχ, être long.

English (Autenrieth)

εος: help, remedy.

Greek Monolingual

μῆχος και δωρ. τ. μᾱχος, τὸ (Α)
μέσον, τρόπος, βοήθημα, φάρμακο («χαλεπᾱς νόσω εὗρε τι μῆχος», Θεόκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. βλ. λ. μηχανή.

Greek Monotonic

μῆχος: τό, μέσο, τρόπος, γιατρικό, σε Ομήρ. Ιλ.· μῆχος κακοῦ, γιατρικό για ασθένεια, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ.· κακῶν, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

μῆχος: дор. μᾶχος, εος τό средство, способ (μ. τι εὑρέμεναι Hom.): μ. κακῶν Eur. способ помочь в несчастьях.

Middle Liddell

μῆχος, εος, τό,
a means, expedient, remedy, Il.; μῆχος κακοῦ a remedy for Ill, Od., Hdt.; κακῶν Eur.