Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προσεννέπω

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: προσεννέπω Medium diacritics: προσεννέπω Low diacritics: προσεννέπω Capitals: ΠΡΟΣΕΝΝΕΠΩ
Transliteration A: prosennépō Transliteration B: prosennepō Transliteration C: prosennepo Beta Code: prosenne/pw

English (LSJ)

impf.

   A προσήνεπον Pi.P.4.97, 9.29:—address, accost, ll.cc., S.Aj.857, E.Or.428, etc.    2 c. acc. et inf., entreat or command, τινὰ σπέσθαι Pi.I.6(5).17.    3 π. τινά τι call by a name, τοῦτό νιν π. A.Ag.162 (lyr.), cf. 1291.

German (Pape)

[Seite 759] (s. ἐννέπω), anreden, Aesch. Ag. 1264 u. öfter; auch mit einem Namen belegen, τοῦτό νιν προσεννέπω, 157, vgl. 314; τὸν διφρευτὴν Ἥλιον προσεννέπω πανύστατον, Soph. Ai. 844; Eur. Or. 428 Rhes. 389 u. öfter.

Greek (Liddell-Scott)

προσεννέπω: προσαγορεύω, Πινδ. Π. 4. 171., 9. 49, Τραγ.· τάδε σ’ ἐγὼ πρ., προσφωνῶ ταῦτα εἰς σέ, Αἰσχύλ. Χο. 224. 2) μετ’ ἀπαρ., δέομαι ἢ κελεύω, τινὰ ποιεῖν τι Πινδ. Ι. 6 (5). 24. 3) πρ. τινά τι, καλῶ τινα μέ τι ὄνομα, Αἰσχύλ. Ἀγ. 162, 1291.

French (Bailly abrégé)

seul. prés. et impf. προσέννεπον;
1 adresser la parole à : τινά à qqn ; τινά τι dire qch à qqn;
2 appeler d’un nom : τινά τι appeler qqn de qqe nom.
Étymologie: πρός, ἐννέπω.

English (Slater)

προσεννέπω
   1 call upon by name κλέπτων δὲ θυμῷ δεῖμα προσήνεπε (P. 4.97) c. acc., αὐτίκα δ' ἐκ μεγάρων Χίρωνα προσήνεπε φωνᾷ ( called him out and addressed him, Gildersleeve: cf. (N. 1.60) ) (P. 9.29) c. acc. & inf., ἐγὼ δ' ὑψίθρονον Κλωθὼ κασιγνήτας τε προσεννέπω̆ ἑσπέσθαι κλυταῖς ἀνδρὸς φίλου Μοίρας ἐφετμαῖς (I. 6.17)

Greek Monolingual

Α
(ποιητ. τ.)
1. προσφωνώ, προσαγορεύω
2. χαιρετίζω («Χείρωνα προσέννεπε φωνᾷ», Πίνδ.)
3. ικετεύω, παρακαλώ
4. προτρέπω
5. φρ. «προσεννέπειν τινά τι» — καλώ κάποιον με το όνομά του, ονομαστικώς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προσ- + ἐνέπω / ἐννέπω «διηγούμαι, καλώ, μιλώ, ονομάζω»].

Greek Monotonic

προσεννέπω:1. προσαγορεύω, προσφωνώ, σε Πίνδ., Τραγ.· τάδε σ' ἐγὼ προσεννέπω, απευθύνω αυτά τα λόγια σε σένα, σε Αισχύλ.
2. με απαρ., παρακαλώ ή διατάζω, τινὰ ποιεῖν τι, σε Πίνδ.
3. προσεννέπω τινά τι, αποκαλώ με το όνομα του, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

προσεννέπω: (только praes. и impf. προσέννεπον)
1) обращаться с речью, призывать (τινά Pind., Trag.): ὡς ὄντ᾽ Ὀρέστην τάδε σ᾽ ἐγὼ προσεννέπω (v. l. προὐννέπω) Aesch. так это я с тобой, Орест, говорю?;
2) предлагать, просить (τινὰ ποιεῖν τι Pind.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προσ-εννέπω, imperf. προσήνεπε, toespreken, aanroepen; met acc. en acc. v. h. inw. obj.. τοῦτό νιν προσεννέπω zo roep ik hem aan Aeschl. Ag. 162.

Middle Liddell


1. to address, accost, Pind., Trag.; τάδε σ' ἐγὼ πρ. I address these words to thee, Aesch.
2. c. inf. to intreat or command, τινὰ ποιεῖν τι Pind.
3. πρ. τινά τι to call by a name, Aesch.