Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προσποίησις

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: προσποίησις Medium diacritics: προσποίησις Low diacritics: προσποίησις Capitals: ΠΡΟΣΠΟΙΗΣΙΣ
Transliteration A: prospoíēsis Transliteration B: prospoiēsis Transliteration C: prospoiisis Beta Code: prospoi/hsis

English (LSJ)

εως, ἡ,

   A taking something to oneself, acquisition, ξυμμαχίας Th.3.82; ἐρώτων J. AJ17.4.1.    2 pretension or claim to a thing, Th.2.62: c. gen., Id.6.16, Pl.La.184c; εἰρωνεία is defined as π. ἐπὶ χεῖρον πράξεων καὶ λόγων affectation of... Thphr.Char.1.1, cf. Jul.Or.3.129b; ἡ εἰς οὐσίαν π. pretension to real existence, Plot.6.6.18.    3 pretension, affectation, Arist.EN1165b10, Porph.Marc.3.

German (Pape)

[Seite 778] ἡ, das für sich Gewinnen, Erwerben, Thuc. 6, 62. 3, 82; das sich Anmaßen, Behaupten, Plat. Lach. 184 b u. Sp., wie Luc. D. Mort. 14, 5; bes. von fremdem Eigenthum, neben ἀδικία, Arist. 1, 10 Eth. 2, 7; die Affectation; Theophr. char. 1, 1; τιμὴν καὶ προσποίησιν ἀλαζονείας, Stoff u. Gelegenheit zur Prahlerei, Plut. Nic. 11, vgl. Dion. 30.

Greek (Liddell-Scott)

προσποίησις: -εως, ἡ, τὸ λαμβάνειν τι πρὸς ἑαυτόν, πρόσκτησις, ξυμμαχίας Θουκ. 3. 82· ἐρώτων Ἰωσήπ. Ἰουδ. Ἀρχ. 17· 4, 1. 2) πρόφασιςἀξίωσις περί τινος πράγματος, μετὰ γεν., Θουκ. 2. 62., 6. 16, Πλάτ. Λάχ. 184Β· - εἰρωνεία ὁρίζεται ὅτι εἶναι πρ. ἐπὶ χεῖρον πράξεων καὶ λόγων, τὸ νὰ προσποιῆταί τις ὅτι..., Θεοφρ. Χαρακτ. 1. 3) ἀπολ., προσ- ποίησις, ψευδὴς τρόπος, ὑπόκρισις, Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 2. 7, 12., 9. 3, 2.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
action de se procurer, de prétendre à, gén..
Étymologie: προσποιέω.

Greek Monotonic

προσποίησις: ἡ,
1. προσάρτηση πράγματος, πρόσκτηση, σε Θουκ.
2. πρόφαση ή αξίωση για κάτι, με γεν., στον ίδ.
3. απόλ., προσποίηση, υποκρισία, σε Αριστ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προσποίησις -εως, ἡ [προσποιέω] toevoeging (bij), met dat.: σφίσιν αὐτοῖς... προσποίησις versterking van hun eigen positie Thuc. 3.82.1. aanmatiging, aanspraak, met gen.: ἡ προσποίησις τῆς τοιαύτης ἐπιστήμης de aanspraak op een dergelijke kennis Plat. Lach. 184b. veinzerij, het doen alsof.

Russian (Dvoretsky)

προσποίησις: εως ἡ
1) приобретение (ξυμμαχίας Thuc.);
2) притязание, претензия (τινος Thuc., Plat.);
3) притворство, симуляция Arst., Plut.

Middle Liddell

προσποίησις, εως,
1. a taking something to oneself, acquisition, Thuc.
2. a pretension or claim to a thing, c. gen., Thuc.
3. absol. pretension, Arist.