Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φλάω

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: φλάω Medium diacritics: φλάω Low diacritics: φλάω Capitals: ΦΛΑΩ
Transliteration A: phláō Transliteration B: phlaō Transliteration C: flao Beta Code: fla/w

English (LSJ)

Ar.Pl.784, impf. 3sg.

   A ἔφλα Id.Nu.1376: fut. φλάσω [ᾰ], Dor. φλασσῶ Theoc.5.148 (Ahrens, φλασῶ codd.): aor. ἔφλᾰσα Hp. VC11, poet. φλάσα Pi.N.10.68, Dor. opt. φλάσσαιμι Theoc.5.150 (Ahrens, φλάσαιμι codd.):—Pass., aor. ἐφλάσθην Hp. l. c., etc.; pf. πέφλασμαι ib.5, (συμ-) IG22.1425.351:— = θλάω, crush, οὔ νιν φλάσαν Pi. l. c.; πουλύπουν φλάσασα ἐσθιέτω Hp.Superf.33, cf. VC2 (Pass.); ἔφλα ἐν τῇ θυεία . . ὀπὸν καὶ σχῖνον Ar.Pl.718; φλῶσι τἀντικνήμια ib. 784; ἔφλα με Id.Nu.1376, cf. Theoc. ll. cc.: metaph., πᾶσι κακοῖσιν ἡμᾶς [τὰς γυναῖκας] φλῶσιν . . ἅνδρες Ar.Fr.10(lyr.).    2 Com., bruise with the teeth, eat up, Id.Pl.694, Pax1306, Antiph.190.19, Men.607.    II sens. obsc., = masturbari, Hsch.

German (Pape)

[Seite 1290] ein nur in der att. Comödie vorkommendes Wort, herunterschlürfen, verschlingen, begierig fressen, Ar. Plut. 694. 718 Pax 1306, nur im praes. u. impf. gebr. Vgl. φλέω. eigtl. ion. statt θλάω, drücken, quetschen, pressen, zerdrücken, zermalmen, Pind. N. 10, 68 φλάσαν νιν; übh. verletzen, verwunden, φλῶσι τἀντικνήμια Ar. Plut. 784; Nubb. 1358; schlagen, dor. fut. φλασῶ, od. nach Mein. φλαξῶ, Theocr. 5, 148, ἔφλασα 150. – [Bei Pind. ist α auch im fut. u. im aor. kurz.]

Greek (Liddell-Scott)

φλάω: παρατατ. γ΄ ἑνικ. ἔφλα Ἀριστοφ. Νεφ. 1376· ― μέλλ. φλάσω (ἴδε κατωτ.)· ― ἀόρ. ἔφλασα Ἱππ. 265. 47, Πινδ. Ν. 10. 128. ― Παθ. ἀόρ. ἐφλάσθην Ἱππ. 870D, κλπ.· ― πρκμ. πέφλασμαι ὁ αὐτ. 899·, κλπ.· ― [ᾰ ἐν τῷ μέλλοντι καὶ ἀορ.· ἀντὶ δὲ τῶν φλᾱσω, φλᾱσαιμι παρὰ Θεοκρ. 5. 148, 150, διορθωτέον ἢ φλασσῶ, φλάσσαιμι κατὰ τὸν Ahrens, ἢ φλαξῶ, φλάξαιμι κατὰ τὸν Bgk.] Ὡς τὸ θλάω, συντρίβω, κοπανίζω, οὔ μιν φλάσαν Πινδ. Ν. 10. 128· πουλύπουν φλάσασα ἐσθιέτω Ἱππ. 265. 47, πρβλ. 896· ἔφλα ἐν τῇ θυείᾳ... ὀπὸν καὶ σχῖνον Ἀριστοφ. Πλ. 718· φλῶσι τἀντικνήμια αὐτόθι 784· ἔφλα με ὁ αὐτ. ἐν Νεφ. 1376, πρβλ. Θεόκρ. ἔνθ. ἀνωτ.· ― μεταφ., πᾶσι κακοῖσιν ἡμᾶς [τὰς γυναῖκας] φλῶσιν… ἄνδρες Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 116. 2) παρὰ τοῖς Κωμικοῖς, συντρίβω διὰ τῶν ὀδόντων, καταβροχθίζω λαιμάργως, ὁ αὐτ. ἐν Πλαν. 694, ἐν Εἰρ. 1306, Ἀντιφάνης ἐν «Πλουσίοις», 1, Μένανδρος ἐν Ἀδήλ. 206· πρβλ. σπονδέω ΙΙΙ. ΙΙ. ἐπὶ αἰσχρᾶς σημασίας, «φλᾶν· μαλάσσειν πληγαῖς» Ἡσύχ.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
f. φλασω, ao. ἔφλασα, pf. inus.
Pass. ao. ἐφλάσθην;
1 froisser, broyer ; en gén. blesser, endommager ; particul. broyer les aliments avec les dents, manger;
2 masturbari.
Étymologie: ion. et att. c. θλάω.

English (Slater)

φλάω
   1 crush ἀλλ' οὔ νιν φλᾰσαν οὐδ ἀνέχασσαν (N. 10.68)

Greek Monolingual

Α
βλ. φλῶ.

Greek Monotonic

φλάω: γʹ ενικ. παρατ. ἔφλα, μέλ. φλάσω [ᾰ], αόρ. αʹ ἔφλᾰσα·
1. όπως το θλάω, συντρίβω, χτυπώ, σε Πίνδ.
2. συντρίβω με τα δόντια, τρώω, καταβροχθίζω, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

φλάω: (fut. φλασσῶ или φλαξῶ)
1) бить, ударять, колотить (τινα Arph., Theocr.);
2) щипать (ἀντικνήμια Arph.);
3) поражать, терзать (πᾶσι κακοῖσίν τινα Arph.);
4) толочь или растирать (ἐν τῇ θυείᾳ, sc. τὸ φάρμακον Arph.);
5) пожирать, съедать (τι Arph., Men.).

Middle Liddell

like θλάω
1. to crush, pound, Pind.
2. to bruise with the teeth, eat up, eat greedily, Pind.

Frisk Etymology German

φλάω: {phláō}
Forms: Aor. φλάσαι, Pass. φλασθῆναι, Fut. φλάσω, Perf. Med. πέφλασμαι,
Grammar: v.
Meaning: zerquetschen, zermalmen (Pi., Hp., Ar., Theok. u.a.).
Composita : auch m. ἀνα-, κατα-, εἰσ- u.a.,
Derivative: Davon φλάσις (εἴσ-) f. Quetschung (Hp.), -σμα (ἀμφί-) n. Quetschung, Quetschwunde (Hp.), ἀναφλασμός m. (Eup.) zu ἀναφλάω masturbari (Ar., Luk.), Rückbildung ngr. ἀνάφλα (Caratzas Glotta 33, 119ff.). Unklar φλασμός· τῦφος, φλασμένος· τετυφωμένος H.
Etymology : Expressives Reimwort zu θλάω (s.d.) und κλάω; vgl. φλίβω neben θλίβω. Zum Anlautwechsel θ- ~ φ- Schwyzer 302f. Dazu mit δ-Erweiterung (vgl. κλάδ-ος) φλαδεῖν, s.d.
Page 2,1022