Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀτερπής

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀτερπής Medium diacritics: ἀτερπής Low diacritics: ατερπής Capitals: ΑΤΕΡΠΗΣ
Transliteration A: aterpḗs Transliteration B: aterpēs Transliteration C: aterpis Beta Code: a)terph/s

English (LSJ)

ές, A unpleasing, joyless, λιμός Il.19.354; of the nether world, νέκυας καὶ ἀτερπέα χῶρον Od.11.94, etc.; πέτρῃς . . καὶ ἀτερπέῑ χώρῳ, of a rocky shore, 7.279; νούσων ἑσμός A.Supp.685 (lyr.), cf.Pr. 31, Simon.37.6; λόγοι E.El.293; γῆρας Mosch.4.114; ἀτερπέστερον ἐς ἀκρόασιν less attractive to the ear, Th.1.22; ἦχοι ἀτερπεῖς, opp. ἦχοι ἐπιτερπεῖς, Phld.Po.994.23, cf. Mus.p.82 K.; εἴ τις ὑπερβάλλοι τὸ μέτριον τὰ ἐπιτερπέστατα ἀτερπέστατα ἂν γίγνοιτο Democr.233, cf. Ph.1.396 (Sup.); of persons, ἀ. καὶ κακὸς ὀρχηστής Plu.Cor.25. Adv. ἀτερπῶς, οὐκ ἀτερπῶς ἱστορείσθω Gal.14.237; but ἀτερπῶς ζῆν = live without enjoyment, Plu.2.1100d.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 385] ές, 1) unerfreulich, traurig, λιμός Il. 19, 354; χῶρος Od. 11, 94, u. öfter; πέτρα Aesch. Prom. 31; λόγοι Eur. El. 293; ἐς ἀκρόασιν, fürs Gehör, Thuc. 1, 22; θεᾶσθαι Xen. Oec. 8, 3. – 2) sich einer Sache nicht freuend, κράτους Aesch. Suppl. 668.

Greek (Liddell-Scott)

ἀτερπής: -ές, ὁ μὴ παρέχων τέρψιν, λιμός, Ἰλ. Τ. 354· περὶ τοῦ κάτω κόσμου, νέκυας καὶ ἀτερπέα χῶρον Ὀδ. Λ. 94, κτλ.· πέτρῃς πρὸς μεγάλῃσι βαλὸν καὶ ἀτερπέϊ χώρῳ Η. 279· πρβλ. Αἰσχύλ. Πρ. 31, Σιμων. 44. 6· οὕτω, λόγοι Εὐρ. Ἠλ. 293· γῆρας Μόσχ. 4. 114· ἀτερπέστερον εἰς ἀκρόασιν, ἧττον τερπνὸν εἰς τὸ οὖς, Θουκ. 1. 22. ΙΙ. ἐνεργ., ὁ μὴ αἰσθανόμενος ἀπόλαυσιν ἐκ πράγματός τινος, ὁ μὴ τερπόμενος ἐξ αὐτοῦ, μετὰ γεν., κράτους Αἰσχύλ. Ἱκ. 685.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
1 non réjouissant, triste, funeste;
2 qui ne se réjouit pas de, gén;
Cp.
ἀτερπέστερος, Sp. ἀτερπέστατος.
Étymologie: ἀ, τέρπω.

English (Autenrieth)

ές (τέρπω): joyless.

Spanish (DGE)

-ές
• Grafía: graf. ἀτερφ- SEG 18.663 (Antinoópolis, crist.)
1 desagradable, acerbo de valores neg. λιμός Il.19.354, Hes.Op.647, ἀτερπέα δαῖτα Od.10.124, νούσων δ' ἐσμὸς ... ἀ. el desagradable enjambre de las enfermedades A.Supp.685, cf. Ph.1.396, γῆρας Mosch.4.114, μόθος Nonn.D.17.315
gener. εἴ τις ὑπερβάλλοι τὸ μέτριον, τὰ ἐπιτερπέστατα ἀτερπέστατα ἂν γίγνοιτο Democr.B 233, cf. Plu.2.342d, Demetr.Eloc.134, διὰ τὸ τοῖς πολλοῖς ἀτερπές, ὡς γεωμετρίας Aristid.Quint.2.27
subst. τὰ ἀτερπῆ los disgustos, SEG l.c.
de lugares desagradable, desapacible, incómodo χῶρος Od.7.279, 11.94, cf. A.Pr.31, ἐν ἀτερπέι δούρατι (duermes) en una incómoda tabla Simon.38.10
de sonidos, palabras, sensaciones desagradable λόγοι E.El.293, ἀτερπέστερον ἐς ἀκρόασιν Th.1.22, ἦχοι Phld.Po.A 23.22, cf. Mus.p.82v.K., Demetr.Eloc.303
c. inf. ἀτερπὲς θεᾶσθαι X.Oec.8.3
de pers., Plu.Cor.25, cf. Nonn.D.7.16.
2 adv. -ῶς desagradablemente ζῆν Plu.2.1100d, οὐκ ἀ. ἱστορείσθω Gal.14.237.

Greek Monolingual

ἀτερπής, -ές και ἄτερπος, -ον (Α) τέρπω
1. αυτός που δεν παρέχει τέρψη, ο δυσάρεστος
2. όποιος δεν απολαμβάνει κάτι ή δεν ευχαριστιέται με κάτι.

Greek Monotonic

ἀτερπής: -ές (τέρπω), δυσάρεστος, θλιμμένος, μελαγχολικός, σε Όμηρ., Αισχύλ.· ἀτερπέστερον εἰς ἀκρόασιν, λιγότερο ελκυστικό στα αυτιά, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἀτερπής:
1) безрадостный, печальный (χῶρος Hom.; πέτρα Aesch.; λόγοι Eur.);
2) неприятный (ἐς ἀκρόασιν Thuc.; θεᾶσθαι Xen.; ὀρχηστής Plut.);
3) мучительный, жестокий (λιμός Hom.; νούσων ἑσμός Aesch.).

Middle Liddell

τέρπω
unpleasing, joyless, melancholy, Hom., Aesch.; ἀτερπέστερον εἰς ἀκρόασιν less attractive to the ear, Thuc.

English (Woodhouse)

ἀτερπής = comfortless, dreary, joyless, unlovely

⇢ Look up "ἀτερπής" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)