Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἁβροδίαιτος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἁβροδίαιτος Medium diacritics: ἁβροδίαιτος Low diacritics: αβροδίαιτος Capitals: ΑΒΡΟΔΙΑΙΤΟΣ
Transliteration A: habrodíaitos Transliteration B: habrodiaitos Transliteration C: avrodiaitos Beta Code: a(brodi/aitos

English (LSJ)

ον,

   A living delicately, ἁβροδιαίτων Λυδῶν ὄχλος A.Pers.41, cf. Epigr.ap Clearch.4: τὸ ἁ. effeminacy Th.1.6, Ath.12.513c; ἁ. βίος, luxurious, Diog.Oen.23. Adv. -τως Ph.1.324.

German (Pape)

[Seite 4] üppig lebend (VLL. τρυφητής, περὶ τὴν δίαιταν δαψιλής), Λυδοί Aesch. Pers. 41; διὰ τὸτον Thuc. 1, 6, von den alten Athenern, vorher steht ἀνειμένῃ τῇ διαίτῃ ἐς τὸ τρυφερώτερον μετέστησαν. So τὸ τῶν Φαιάκωντον Ath. XII, 513 c; D. Hal. 9, 16; Hdn. 2, 7, 1. – Adv., Philo.

Greek (Liddell-Scott)

ἁβροδίαιτος: -ον, = ζῶν μαλθακῶς, ὁ περὶ τὴν δίαιταν δαψιλής· ἁβροδιαίτων Λυδῶν ὄχλος. Αἰσχύλ. Πέρσ. 41. Πρβ. Ἀνθ. Π. παραρτ. 59: τὸ ἁβρ. = ἐκθήλυνσις, Θουκ. 1. 6. Ἀθ. 513C. Ἐπίρρ. -τως, Φίλων 1, 324.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
efféminé : τὸ ἁβροδίαιτον, vie molle et efféminée.
Étymologie: ἁβρός, δίαιτα.

Spanish (DGE)

-ον
I 1que vive con regalo o refinamiento ἁβροδιαίτων Λυδῶν ὄχλος A.Pers.41, ἀνήρ Parrhas.1, ἔθνος D.H.9.16
subst. τὸ ἁ. molicie, refinamiento Th.1.6, Ath.513b, D.C.62.1 (p.286), περὶ τὸν βίον Zen.1.68.
2 regalado, de molicie βίος Ph.1.37, Diog.Oen.29.2.8, ἀπόλαυσις Gr.Nyss.M.46.424C, τράπεζα Gr.Nyss.Paup.1.105.10.
II adv. -ως regaladamente, muellemente ζῶντες Ph.1.324.

Greek Monotonic

ἁβροδίαιτος: -ον (δίαιτα), αυτός που ζει με κομψότητα, αβρότητα, σε Αισχύλ.· τὸ ἁβροδίαιτον, εκθηλυσμός, μαλθακότητα, θηλυπρέπεια, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἁβροδίαιτος: ведущий утонченный образ жизни, утопающий в неге (Λυδοί Aesch.).

Middle Liddell

δίαιτα
living delicately, Aesch.; τὸ ἁβροδίαιτον effeminacy, Thuc.