Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠθεῖος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἠθεῖος Medium diacritics: ἠθεῖος Low diacritics: ηθείος Capitals: ΗΘΕΙΟΣ
Transliteration A: ētheîos Transliteration B: ētheios Transliteration C: itheios Beta Code: h)qei=os

English (LSJ)

also ἠθαῖος, α, ον, A trusty, honoured, term of address used to express respect, ἠθεῖε Il.6.518, al., Hes.Sc.103: periphr., ἠθείη κεφαλή Il.23.94; ἀλλά μιν ἠθεῖον καλέω Od.14.147; ξεῖνον ἐμὸν ἠθαῖον Pi.I.2.48; ἠθαῖοι trusty friends, Antim.22. (Cf. ἦθος.)

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1156] (ἦθος), vertraut, traut, r. dah. lieb, theuer; Il. in der Anrede ἠθεῖε, 6, 518. 10, 37. 22, 229. 239, ohne subst., in welchen Stellen ein jüngerer Bruder zum älteren spricht: trauter Herzensbruder; ähnl. ἠθείη κεφαλή, brüderlich geliebtes Haupt, Il. 23, 94. In der Od. 14, 147, ἀλλά μιν ἠθεῖον καλέω, ohne den Nebenbegriff des Brüderlichen, ich nenne ihn meinen trauten, lieben Herrn. Gradezu vertraut, οἰκεῖος, ist es in einem frg. des Antimach. beim E. G. 238, 26. – Schwerlich richtig sind die Ableitungen der Alten von θεῖος, göttlich, trefflich, oder von ὁ θεῖος, der Oheim.

Greek (Liddell-Scott)

ἠθεῖος: Δωρ. ἠθαῖος, -α, -ον, (ἴδε ἐν τέλ.) προσφιλής, σεβαστός, ἠθεῖε Ἰλ. Ζ. 518., Κ. 37., Χ. 229, 239· καὶ περιφρ., ἠθείη κεφαλὴ Ψ. 94. - Ἐν τοῖς χωρίοις τούτοις γίνεται χρῆσις τῆς λέξεως ὑπ’ ἀδελφοῦ νεωτέρου πρὸς πρεσβύτερον, ὑπὸ τοῦ Μενελάου πρὸς τὸν Ἀγαμέμνονα, ὑπὸ τοῦ Πάριδος καὶ Δηϊφόβου πρὸς τὸν Ἕκτορα, ὥστε ἀναμφιβόλως σημαίνει ἀδελφικὴν ἅμα στοργὴν καὶ σεβασμὸν πρὸς τὸν πρεσβύτερον. Οὕτως ἐν Ὀδ. Ξ. 147, ὁ χοιροβοσκὸς λέγει περὶ τοῦ Ὀδυσσέως, ἀλλά μιν ἠθεῖον καλέω, θὰ καλέσω αὐτὸν μὲ τὴν ἐπίκλησιν πρεσβυτέρου ἀδελφοῦ, θὰ καλέσω αὐτὸν σεβαστόν μου κύριον, πρβλ. Πίνδ. Ι. 2. 69. Ἐν Ἡσ. Ἀσπ. 103, ἠθεῖε, ἐκ μέρους τοῦ Ἰολάου πρὸς τὸν θεῖον αὐτοῦ Ἡρακλέα. Ἐν Πινδ. Ι. 2, 69, ξεινὸν ἐμὸν ἠθαῖον, πιστόν μου φίλον· ἠθαῖοι, πιστοὶ φίλοι, Ἀντίμ. ἐν Ε. Γουδ. 238. 26. (Πιθ. ἐκ τοῦ ἦθος, ἔθος, Curt. Gr. Et. no 305.)

French (Bailly abrégé)

α, ον :
cher, bien-aimé.
Étymologie: ἦθος.

English (Autenrieth)

(ἔθος, ἦθος): familiar, beloved, dear; usually the voc., ἠθεῖε, also ἠθείη κεφαλή, ‘dear heart’ we should say, Il. 23.94 ; ἀλλά μιν ἠθεῖον καλέω, ‘dear master,’ Od. 14.147.

Greek Monolingual

ἠθεῑος, δωρ. τ. ἠθαῖος, -α, -ον (Α) ήθος
1. (συν. ως προσφών. αδελφικής αγάπης και σεβασμού νεώτερου αδελφού προς μεγαλύτερο) πιστός, προσφιλής, αγαπητός, σεβαστός
2. (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οἱ ἠθαῖοι
οι πιστοί φίλοι.

Greek Monotonic

ἠθεῖος: (ἦθος), Δωρ. ἠθαῖος, -α, -ον, προσφιλής, σεβαστός· ἠθεῖε κύριε, σε Ομήρ. Ιλ.· ἠθείη κεφαλή, στο ίδ.· ἀλλά μιν ἠθεῖον καλέω, θα αποκαλώ αυτόν σεβαστό μου κύριο, θα τον επικαλούμαι σαν πρεσβύτερο αδελφό, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

ἠθεῖος: дор. ἠθαῖος 3 любимый, дорогой, родимый (в обращении) Hom., Pind.

Middle Liddell

ἦθος
trusty, honoured, ἠθεῖε sir, Il.; ἠθείη κεφαλή Il.; ἀλλά μιν ἠθεῖον καλέω I will call him my honoured lord, Od.