Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀκνηρός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ὀκνηρός Medium diacritics: ὀκνηρός Low diacritics: οκνηρός Capitals: ΟΚΝΗΡΟΣ
Transliteration A: oknērós Transliteration B: oknēros Transliteration C: okniros Beta Code: o)knhro/s

English (LSJ)

ά, όν,

   A shrinking, timid, ἐλπίδες -ότεραι Pi.N.11.22 ; ἀσθενέας καὶ ὀ. Hp.Acut.28 ; -ότερος ἐς τὴν πρᾶξιν Antipho 2.3.5 ; ἐς τὰ πολεμικὰ -ότεροι Th.4.55, cf. 1.142 ; esp. from fear, opp. τολμηρός, D.25.24 ; τὸ θῆλυ -ότερον Arist.HA608b13. Adv. -ρῶς reluctantly, X.An.7.1.7 ; ὀ. διακεῖσθαι D.10.28 : Comp. -ότερον X.Cyr.1.4.6.    2 idle, sluggish, Hierocl.Facet.211, al.    II of things, causing fear, vexatious, troublesome, ἡμῖν μὲν . . ταῦτ' ὀκνηρά S.OT834.

German (Pape)

[Seite 316] saumselig, bedenklich; ἐλπίδες ὀκνηρότεραι, Pind. N. 11, 22, von der Furcht; ταῦτ' ὀκνηρὰ ἡμῖν, Soph. O. R. 834; ἐς τὰ πολεμικὰ ὀκνηρότεροι ἐγένοντο, Thuc. 4, 55; ὀκνηρότερος εἰς τὴν πρᾶξιν, Antiph. 2 γ 5; ὀκνηρότερον προσιέναι, Xen. Cyr. 1, 4, 6; dem τολμηρός entgeggstzt, Dem. 25, 24, wie dem θρασύς, Luc. Nigr. A.; a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ὀκνηρός: -ά, -όν, (ὄκνος) διστάζων, μὴ ἀποτολμῶν, δειλός, ὀκνηρός, ὡς και νῦν, Πινδ. Ν. 11. 28· ἀσθενὴς καὶ ὀκν. Ἱππ. π. Διαίτ. Ὀξ. 388 ὀκνηρότερος ἐς τὴν πρᾶξιν Ἀντιφῶν 118. 24· ἐς τὰ πολεμικὰ Θουκ. 4. 55, πρβλ. 1. 142· ἰδίως ἐκ φόβου, ἀντίθετ., τῷ τολμηρός, θρασύς, Δημ. 777. 5· τὸ θῆλυ ὀκνηρότερον Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 1, 7 - Ἐπίρρ. ὀκνηρῶς. Ξεν. Ἀν. 7. 1, 7· ὀκν. διακεῖσθαι Δημ. 138. 24· συγκρ. -ότερον, Ξεν. Κύρ. 1. 1, 4, 6. ΙΙ. ἐπὶ πραγμάτων, ὁ ἐμποιῶν φόβον, ἐνοχλητικός, ὀχληρός, ἡμῖν μὲν ... ταῦτ’ ὀκνηρὰ Σοφ. Ο. Τ. 834. [˘οκν-, Σοφ. ἔνθ’ ἀνωτ., Θεόκρ. 24. 35].

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
lent, d’où
1 craintif, timide εἴς τι, pour faire qch;
2 qui effraie.
Étymologie: ὄκνος.

English (Slater)

ὀκνηρός
   1 diffident ἐλπίδες δ' ὀκνηρότεραι (N. 11.22)

English (Strong)

from ὀκνέω; tardy, i.e. indolent; (figuratively) irksome: grievous, slothful.

English (Thayer)

ὀκνηρά, ὀκνηρόν (ὀκνέω), sluggish, slothful, backward: Winer s Grammar, § 31,6a.; Buttmann, § 133,21), οὐκ ὀκνηρόν μοι ἐστι, followed by an infinitive, is not irksome to me, I am not reluctant, Lightfoot at the passage). (Pindar, Sophocles, Thucydides, Demosthenes, Theocritus, etc.; the Sept. for עָצֵל.)

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ὀκνηρός, -ά, -όν)
αυτός που αποφεύγει την εργασία και κάθε δραστηριότητα, ακαμάτης, τεμπέλης
1. αυτός που διστάζει, ιδίως από φόβο, άτολμος, δειλός
2. νωθρός, βραδυκίνητος
3. (για πράγματα ή για καταστάσεις) δυσάρεστος, ενοχλητικός («ἡμῑν μὲν... ταῡτ' ὀκνήρ'», Σοφ.).
επίρρ...
οκνηρώς και -ά (Α ὀκνηρῶς)
με απροθυμία, με τεμπελιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὄκνος (Ι) «δισταγμός» + κατάλ. -ηρός (πρβλ. κοπ-ηρός, νοσ-ηρός, τολμηρός)].

Greek Monotonic

ὀκνηρός: -ά, -όν (ὄκνος),·
I. συνεσταλμένος, διστακτικός, απρόθυμος, ανέτοιμος, δειλός, σε Πίνδ.· ὀκνηρὸς ἐς τὰ πολεμικά, σε Θουκ.· επίρρ. -ρῶς, σε Ξεν. κ.λπ.
II. λέγεται για πράγματα, τρομακτικός, δυσάρεστος, φορτικός, ενοχλητικός, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

ὀκνηρός:
1) медлительный, нерешительный, боязливый, робкий (ἐς τὰ πολεμικά Thuc.): τῇ σπουδῇ μὴ ὀ. NT неутомимый;
2) внушающий опасения, тягостный (τινι Soph., NT).

Middle Liddell

ὀκνηρός, ή, όν ὄκνος
I. shrinking, hesitating, backward, unready, timid, Pind.; ὀκνηρὸς ἐς τὰ πολεμικά Thuc.:—adv. -ρῶς, Xen., etc.
II. of things, causing fear, vexatious, troublesome, Soph.

Chinese

原文音譯:ÑknhrÒj 哦克尼羅士
詞類次數:形容詞(3)
原文字根:(有)遲緩(的) 相當於: (עָצֵל‎)
字義溯源:緩慢的,膽怯的,退縮的,為難的,麻煩的,懶惰的,懶,為難;源自(ὀκνέω)=耽延),而 (ὀκνέω)出自(ὀκνηρός)X*=猶疑)。比較 (νωθρός)=懈怠的
出現次數:總共(3);太(1);羅(1);腓(1)
譯字彙編
1) 為難(1) 腓3:1;
2) 懶惰(1) 羅12:11;
3) 懶(1) 太25:26